Εσύ αποφασίζεις… (Μέρος τρίτο) Η Κατσαρίδα

…τη συνέχεια του έργου.

…τη συνέχεια του έργου.

Λογοτεχνικά… του foivery.

Ένα πρώτο (μικρό) πείραμα από τη μεριά μου για μια διαδραστική γραφή.

Στο 2ο μέρος ο νέος σεναριογράφος – σκηνοθέτης Χρήστος Ζαφείρης πείθεται τελικά από τη γιαγιά του να δεχθεί την επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού και να βάλει ως χορηγούς για την ταινία του μικροεμπόρους από την Καλλικράτεια και Ρώσους τουρίστες. Ως αντάλλαγμα, όμως, δέχεται να κάνει αλλαγές στο σενάριό του, ώστε να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι. Διαβάστε το 2ο μέρος εδώ.

1

Ο Χρήστος βρισκόταν μπροστά σ’ ένα δύσκολο έργο· έπρεπε να προσαρμόσει το αρχικό σενάριο της ταινίας του στις απαιτήσεις των χρηματοδοτών του. Δεν είχε ξαναεπιχειρήσει κάτι ανάλογο, ανησυχούσε κιόλας στην αρχή του εγχειρήματος. Όμως, θεωρούσε τον εαυτό του αρκετά ευφυή καλλιτέχνη, ώστε να μπορέσει να διατηρήσει την αρχική ουσία του σεναρίου, παράλληλα με τις εμπορικές ανάγκες που προέκυψαν. Θεωρούσε ότι μπορούσε να περάσει αφενός τα μηνύματα της κοσμοαντίληψής του, παράλληλα με τις διαφημίσεις των χορηγών του.

«Καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα», σκεφτόταν, «γιατί διαφορετικά τις αντιλήψεις μου για τις πιο σημαντικές αναζητήσεις της Ανθρωπότητας δε θα σκεφτόμουν καν να τις κάνω προσιτές στο ευρύ κοινό». Αισθανόταν λίγο αλαζόνας που σκεφτόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά γρήγορα καθησύχαζε τον εαυτό του, λέγοντας ότι «όσο κάποιος πλησιάζει την Απόλυτη Γνώση του Σύμπαντος, τόσο απομακρύνεται απ’ τους απλούς ανθρώπους».

Αυτή ήταν η δική του ερμηνεία που έδινε στην έννοια της «θέωσης». Πίστευε ότι στόχος ενός ανθρώπου θα έπρεπε να είναι η «θέωση», δηλαδή η «αποδοχή του Εαυτού ως μέρος του Όλου Σύμπαντος, η συνταύτιση μαζί Του, κι εν μέσω αυτού η απόλυτη ολοκλήρωση, που οδηγεί στη Γαλήνη και την Αιωνιότητα».

Η γιαγιά του, η κυρία Αλέκα, είχε κάνει εξαιρετική δουλειά στην προσέλκυση χορηγών. Όσο έμπαινε το καλοκαίρι, τόσο περισσότερος κόσμος επέστρεφε στην Καλλικράτεια για να περάσει τους επόμενους μήνες στο εξοχικό του, μακριά από τη φασαρία της πόλης. Επέστρεφαν για να δουλέψουν στα χωράφια τους, για να ανοίξουν τα καταστήματά τους, που αποκτούσαν μεγαλύτερη πελατεία και για να κάνουν τις διακοπές τους. Κι όσο περισσότερος κόσμος ερχόταν, τόσο περισσότεροι δήλωναν πρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν την ταινία του Χρήστου.

Είχε δημιουργηθεί ένα κοινωνικό γεγονός. Όλη η πόλη πλέον καμάρωνε τον Χρήστο που θα γινόταν ένας φημισμένος σκηνοθέτης και μέσα απ’ την ταινία του θα έφερνε περισσότερους τουρίστες. Κάποιοι, μάλιστα, σκεφτόντουσαν να πάρουν δάνειο για να επεκτείνουν την επιχείρησή τους, ώστε να είναι έτοιμοι να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της νέας εποχής.

Όσο καλή δουλειά έκανε η κυρία Αλέκα στους Χαλκιδικιώτες, άλλη τόση έκανε κι ο ξάδελφος του Χρήστου, ο Πέτρος, στους τουρίστες – κυρίως τους Ρώσους. Η ανταπόκρισή τους ήταν πολλή θετική. Ορισμένοι, μάλιστα, πρότειναν να γίνουν γυρίσματα στα ίδια τους τα εξοχικά. Ο Πέτρος έλεγε σε όλους «ναι». Σκεφτόταν ότι η δουλειά του ήταν να μαζέψει από παντού χρήματα και χορηγίες και στη συνέχεια ο Χρήστος θα χωρούσε όλες τις απαιτήσεις στο σενάριο. «Αυτό δεν κάνουν οι σεναριογράφοι;», σκεφτόταν, «να διαφημίζουν το προϊόν που τους πληρώνει και να δίνουν μία καλλιτεχνική αξία στη διαφήμιση; Στο κάτω κάτω κι ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι την Τζοκόντα την έφτιαξε μετά από παραγγελία· ας ήταν καμιά άφραγκη αυτή η Τζοκόντα και θα σου ‘λεγα εγώ αν θα θυμόταν κανείς το χαμόγελό της – ΧΑ ΧΑ ΧΑ – ούτε η μάνα της δε θα το θυμόταν».

Μονάχα μια φορά ένας Ρώσος – πρώην μεσαίο στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης – είχε αδιαφορήσει για τη χρηματοδότηση. Κι αυτό όχι γιατί δεν ήθελε να ασχοληθεί ή γιατί δεν είχε λεφτά, αλλά γιατί όταν ρώτησε λεπτομέρειες για την υπόθεση του έργου, ο Πέτρος δεν είχε ιδέα τι να του πει. «Ρε, σε κουλτουριάρη πέσαμε», σκεφτόταν στα ελληνικά, μέχρι τελικά να ανταλλάξουν κάποια γαλλικά στα ρώσικα. «Τι σε νοιάζει, ρε μαλάκα, τι πίπες θα λέει η ταινία. Εσύ λεφτά δε θέλεις να βγάλεις; Όσκαρ σου λέω, όσκαρ θα πάρει»[1] του φώναζε. Ο Ρώσος απάντησε «пошёл на хуй» κι ο καθένας συνέχισε την πορεία του.

Ο Χρήστος ήθελε επίσης να κάνει μια συνάντηση με κλιμάκιο του Υπουργείο Πολιτισμού. Ο ίδιος φανταζόταν τη συνάντηση στην οδό Μπουμπουλίνας με όλες τις επισημότητες. Ήθελε να ‘ναι παρόντες όλα τα κορυφαία διευθυντικά στελέχη και να συζητούν μέχρι αργά το βράδυ, παρασυρμένοι από τις ιδέες και τις προτάσεις για την ταινία του.

Όταν, όμως, κατέβηκε στην Αθήνα, είδε ότι δεν είχαν έτσι τα πράγματα. Τελικά, η συνάντηση δεν έγινε στο Υπουργείο, αλλά σε μία καφετέρια. Παρόντες δεν ήταν κάποιοι υψηλά ιστάμενοι, αλλά μόλις ένας – κι αυτός ήταν συμβασιούχος εργαζόμενος. Η συνάντηση δεν έγινε προκειμένου να συζητηθεί η ταινία του, αλλά όπως του εξήγησε ο συμβασιούχος απλώς για να μεταφέρει το σενάριο στον αρμόδιο για έγκριση – μιας και δεν είχε καμία άλλη αρμοδιότητα. Στις διαμαρτυρίες του Χρήστου ότι απαιτούσε μία κατ’ ουσίαν συζήτηση για το έργο του κι ότι κατέβηκε στην Αθήνα για να συζητήσει κι όχι απλώς για να παραδώσει έτοιμο το σενάριο – εξάλλου, δεν το είχε κιόλας έτοιμο – ο συμβασιούχος τον λυπήθηκε, τον κέρασε τον καφέ του, τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και του είπε πως αν επιθυμούσε, μπορούσε να το κουβεντιάσει μαζί του, αφού σχολάσει. Ο Χρήστος αρνήθηκε κι έφυγε.

Η μοναδική άλλη επαφή που είχε μαζί με το Υπουργείο ήταν όταν τους ενημέρωνε για την πορεία των χορηγών που συνεχώς αυξάνονταν. Εκεί πραγματικά έδειχναν τεράστιο ενδιαφέρον κι ενθουσιασμό, τόσο που του ζήτησαν να μιλήσει με το Υπουργείο Οικονομικών, προκειμένου να μελετηθούν οι μέθοδοί του στην προσέλκυση επενδυτών και σε άλλους κλάδους.

2

Τώρα, λοιπόν, ο Χρήστος βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη κι είχε όλο το χρόνο να ασχοληθεί με το γράψιμό του. Δεν τον απασχολούσε το οικονομικό ζήτημα, μιας κι αυτό εξασφαλίστηκε. Η προσοχή του είχε στραφεί στην επεξεργασία του σεναρίου του.

Για να μπορέσει να κάνει μία αρχή, έφτιαξε δύο λίστες· η μία λίστα είχε τις απαιτήσεις των χορηγών σε σκηνές, πλάνα, σκηνικά, ενδυματολογικά κλπ. Η άλλη είχε τα βασικά γενικά θέματα που ήθελε να περιέχονται στην ταινία του: η έννοια της Τέχνης, της Φιλίας, του Έρωτα, της Ζωής και του Θανάτου. «Είναι πρόκληση να τα ταιριάξω», σκέφτηκε όταν τις ολοκλήρωσε. «Πρόκληση ή υποχώρηση», παρενέβη ενοχλητικά η Συνείδησή του. Ο Χρήστος ήπιε μια γουλιά νερό, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε.

Στο αρχικό του σενάριο ο ήρωας (που ταυτιζόταν με τον ίδιο τον Χρήστο) μέσα από διάφορα – ασύνδετα φαινομενικά – επεισόδια αναζητούσε όλα τα παραπάνω και πολλά περισσότερα. Όμως, σκέφτηκε ο Χρήστος, κάποια ζητήματα θα κρινόντουσαν ως «αντιεμπορικά» και γι’ αυτό – από μόνος του – άρχισε να τα κόβει.

Τα παραπάνω θέματα, όμως, ήθελε να τα κρατήσει. Θα αναγκαζόταν, βέβαια, να κάνει κι εκεί προσαρμογές, αλλά τις δικαιολογούσε στον εαυτό του, λέγοντας ότι «σημασία δεν έχει το περιτύλιγμα, αλλά η βαθύτερη ουσία των πραγμάτων».

Έτσι, σημασία δεν είχε που ο κινηματογραφικός ήρωας, από ποιητής στο αρχικό σενάριο, μετατράπηκε σε τραγουδιστή νυχτερινών κέντρων. Σημασία δεν είχε που οι απαγγελίες του σε ποιητικές βραδιές μετατράπηκαν σε ξενύχτια με ουίσκια στις πίστες και τα καμαρίνια.

«Εσύ ούτε που έχεις πατήσει σ’ αυτά τα μέρη και τώρα τα ταυτίζεις;», ξανακούστηκε η φωνή της Συνείδησης. Αυτή τη φορά, όμως, ο Χρήστος της απάντησε.

«Αυτά όλα είναι η γαρνιτούρα», έλεγε. «Η ουσία της Τέχνης είναι ότι κι οι δύο τραγουδούν για τον Έρωτα… ΝΑΙ! Κι οι δύο τραγουδούν για τον Έρωτα! Που είναι σε κάθε περίπτωση το ίδιο και το αυτό».

Η Συνείδησή του ενοχλημένη, πείσμωσε κι άρχισε να βάζει τραγούδια στο You Tube…

Τον είχε πιάσει ένας δημιουργικός πυρετός! Ξαναδιάβαζε το σενάριό του, έσβηνε αποσπάσματα, ολόκληρες παραγράφους, ολόκληρα κεφάλαια. Τα ξαναέγραφε και τα μεταμόρφωνε, ώστε να ‘ναι συνεπή στις νέες απαιτήσεις. Άρχισαν να αλλάζουν όλα.

Τα γυρίσματα ήθελε να γίνουν σε διάφορα σημεία της Ελλάδας και σε κάποιες χώρες του εξωτερικού. Μέσα από παράλληλα κι ομοιόμορφα πλάνα φανταζόταν ότι θα έδινε μια ουμανική διάσταση στις φιλοσοφικές αναζητήσεις του. Φανταζόταν ότι μέσα από μία έξυπνη κινηματογραφική αφήγηση που θα συγχέει επίτηδες τοπία από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, θα αναδεικνυόντουσαν παναθρώπινες αξίες που είχαν αφετηρία τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας και θα έφταναν μέχρι το Διαφωτισμού της Δυτικής Ευρώπης, αναδεικνύοντας έτσι τη διαχρονικότητά τους. Μέσα απ’ αυτό το τέχνασμα, θα έδειχνε ότι κι οι δικές του αναζητήσεις εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο. Τώρα, όμως, το ξανασκέφτηκε. Τοποθέτησε τον κινηματογραφικό του ήρωα στην Καλλικράτεια, στις παραλίες της Ηράκλειας, στα ξενοδοχεία του Πόρτο Καρράς κι όπου αλλού υπήρχε χορηγός…

«Θα κάνω μια αναφορά στα Στάγειρα και στον Αριστοτέλη, για να μη χαθεί η αναφορά στην αρχαία Ελλάδα».

«Κι όσον αφορά τη Δυτική Ευρώπη; Πώς θα το καλύψεις;», τον ξαναδιέκοψε η Συνείδησή του. Ο Χρήστος το σκέφτηκε. Προβληματιζόταν. Ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει οριστικά την αναφορά στο Διαφωτισμό, μέχρις ότου τσέκαρε τη δεύτερη λίστα του. Εκεί είχε σημειώσει κωδικοποιημένα τις απαιτήσεις του Υπουργείου Πολιτισμού στην επιστολή απάντησης. Μία από αυτές ήταν η εξής:

«Πλάνα με αρχαία είναι επίσης απαραίτητα για να τονιστεί ο Πολιτισμός μας. Ερωτικές σκηνές σε αρχαία θα ήταν προτιμητέες για να τονιστεί η πολιτιστική και φυσική συνέχεια του αρχαίου με τον σύγχρονο Έλληνα».

Ο Χρήστος τίναξε μπροστά το χέρι του χτυπώντας τα δάκτυλά του. «Θα μπορούσε να εξελιχθεί στα Στάγειρα μία ερωτική σκηνή ανάμεσα στον πρωταγωνιστή και στη γυναίκα που ερωτεύεται. Αυτή θα ‘ναι από τη Γαλλία και θα ‘χει τελειώσει ένα μεταπτυχιακό πάνω στις ιδέες του αναπτύχθηκαν στο Διαφωτισμό. Αφού συζητήσουν περπατώντας ανάμεσα στα αρχαία χαλάσματα της πόλης του Αριστοτέλη, θα φιληθούν για πρώτη φορά! ΝΑΙ! Συγκλονιστικό!».

Όσο μεγαλύτερος ήταν ο οίστρος του, τόσο χαμήλωνε κι η ένταση της φωνής της Συνείδησής του. Ώσπου στο τέλος, η Συνείδηση σίγασε, έστριψε το βλέμμα της αλλού και, με δάκρυα στα μάτια, έφυγε. Χώθηκε σε μια σκοτεινή γωνιά στο Υποσυνείδητο κι από τότε αγνοείται…

3

Ο Χρήστος ήταν αρκετά ικανοποιημένος από τις μετατροπές που έκανε. Αφού κόντευε πολύ σύντομα να ολοκληρώσει το νέο του σενάριο, επέτρεψε στον εαυτό του να ξεκουραστεί. Αποφάσισε, λοιπόν, μιας κι είχε καλό καιρό εκείνη τη μέρα, να βγει από το σπίτι του και να περπατήσει στο κέντρο της πόλης. Έμενε στην Ροτόντα και διέσχισε σε μια ευθεία, περπατώντας άνετος, χωρίς να βιάζεται καθόλου, την Καμάρα και τα ανάκτορα του Γαλερίου. Στα βιβλιοπωλεία της Γούναρη στεκόταν, έριχνε μια ματιά στη βιτρίνα, έμπαινε μέσα, χαιρετούσε κι αντάλλαζε δυο κουβέντες με τους ιδιοκτήτες. Στη συνέχεια, πέρασε κι από την Τσιμισκή και κατέβηκε μέχρι τον Λευκό Πύργο.

Εκεί κάθισε και κοιτούσε τον θερμαϊκό κόλπο, αδειάζοντας το μυαλό του. Κάποια στιγμή άκουσε από τη μεριά του λιμανιού ένα βουητό, σα να πλησίαζε ένα υπερπληθές σμήνος από μέλισσες. Όταν γύρισε το κεφάλι του, για να ανακαλύψει τι ήταν αυτός ο θόρυβος, που συνεχώς αυξανόταν, είδε χιλιάδες κόσμου να συμμετέχουν σε μια πορεία. Αυτή η πορεία, όμως, ήταν διαφορετική από τις άλλες. Υπήρχαν αμέτρητα πανό, πλακάτ, σημαίες και σφυρίχτρες. Υπήρχαν και κάποιοι οι οποίοι κρατούσαν στα χέρια τους ολόκληρα… δέντρα! Ενώ άλλοι ήταν ντυμένοι με αντιασφυξιογόνες μάσκες και ολόσωμες ασημί στολές με ραδιενεργά σύμβολα πάνω τους.

Αν και συνήθως ο Χρήστος αδιαφορεί για τέτοιου είδους κοινωνικά γεγονότα, αυτή η πορεία του τράβηξε το ενδιαφέρον. Σηκώθηκε και πλησίασε, για να δει και να ακούσει καλύτερα τον κόσμο που πλησίαζε. Και δεν ήταν ο μόνος. Οι περισσότεροι που έκαναν τη βόλτα τους στην παραλία της πόλης, στεκόντουσαν, έπαιρναν τα φυλλάδια που μοίραζαν από την πορεία, τα διάβαζαν ή τα δίπλωναν προσεκτικά και τα φύλαγαν – άλλοι στην τσέπη τους, άλλοι στην τσάντα τους, άλλοι στο καρότσι του μωρού – για να τα διαβάσουν αργότερα. Κάποιες κυρίες μάλιστα χειροκροτούσαν, όπως χειροκροτούσαν στις σχολικές παρελάσεις, όταν περνούσε το παιδί ή το εγγόνι τους από μπροστά τους.

Η πορεία σιγά σιγά ερχόταν προς το μέρος του Χρήστου, κάτω από το Λευκό Πύργο. Φωτογράφοι και φωτορεπόρτερ – ερασιτέχνες κι επαγγελματίες – έτρεχαν και σκαρφάλωναν όπου μπορούσαν, προκειμένου να βγάλουν την καλύτερη φωτογραφία, ή αυτή που θα έδειχνε όλο το πλήθος της πορείας. Κάποιοι απ’ αυτούς έτρεχαν μέσα στο Λευκό Πύργο κι ανέβαιναν σ’ ένα λεπτό μέχρι την οροφή, για λίγες πανοραμικές φωτογραφίες.

Η πορεία τώρα περνούσε μπροστά από τον Χρήστο. Στην πρώτη γραμμή είδε γιαγιάδες να φωνάζουν δυναμικά. Μικρά αγόρια και κορίτσια, ακολουθούσαν, είτε μαζί με τους γονείς τους, είτε με τις εφηβικές παρέες τους. Υπήρχε μια τεράστια ποικιλία ανθρώπων. Από αγράμματους, μέχρι δικηγόρους. Από παιδιά με αλφάδια και σφυροδρέπανα στις σχολικές τους τσάντες, μέχρι μεσήλικες τυλιγμένοι με τεράστιες ελληνικές σημαίες.

Ο Χρήστος έβλεπε όλο αυτό το πανηγύρι του κόσμου κι ενώ από τη μία τον συνέπαιρνε ο παλμός, η ένταση και το πάθος των διαμαρτυρόμενων, από την άλλη ένιωθε μια πίκρα «για το μάταιο όλης αυτής της ενέργειας». Την ώρα που συλλογιζόταν, ένιωσε ένα χέρι να του σκουντάει τον ώμο.

«Χρήστο», του φώναξε, «τι κάνεις;».

Ήταν η Φωτεινή. Γνωριζόταν με τον Χρήστο από μικρά παιδιά. Ήταν στην ίδια ηλικία και για πολλά χρόνια έκαναν παρέα στο σχολείο από το δημοτικό. Στο Λύκειο υπήρξε ένα φλερτ, όταν κι οι δυο τους άρχισαν να ανακαλύπτουν τον έρωτα και τα συναισθήματά τους, όμως, κανένας τους δεν εκδηλώθηκε, κι έτσι παρέμεινε πλατωνικό το αίσθημά τους. Μετά το Λύκειο χώρισαν οι δρόμοι τους. Ο Χρήστος μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη κι ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο και το θέατρο, ενώ η Φωτεινή πήγε στην Αθήνα για σπουδές.

Ο Χρήστος χρειάστηκε δυο δευτερόλεπτα μέχρι να την αναγνωρίσει.

«Φωτεινή! Τι κάνεις εσύ εδώ;».

Η Φωτεινή απάντησε γελώντας και πιάνοντας χιαστί τους γοφούς της, «εδώ στην πορεία ή εδώ στη Θεσσαλονίκη;». Ο Χρήστος συμπέρανε απ’ την ερώτηση της Φωτεινής ότι είχε κατέβει κι αυτή στην πορεία. Αυτό τον ξένισε λίγο και για να μην πάει η κουβέντα τους στα ζητήματα της πορείας, έγινε πιο συγκεκριμένος.

«Στη Θεσσαλονίκη. Έχεις τελειώσει τις σπουδές σου; Ήρθες για λίγο εδώ;».

«Όχι, όχι», απάντησε η Φωτεινή κουνώντας παράλληλα και τα χέρια της. «Εδώ μένω τώρα. Κάνω το μεταπτυχιακό μου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, πάνω στην ειδική αγωγή. Έχει ένα εξάμηνο που μετακόμισα. Στην αρχή της χρονιάς είχα αποφασίσει να πηγαινοέρχομαι για τα μαθήματα του μεταπτυχιακού, αλλά τελικά δεν την πάλεψα. Πολλή κούραση. Μετά το πρώτο εξάμηνο, η Αθηνά – τη θυμάσαι την Αθηνά από το σχολείο – μού είπε ότι έψαχνε άτομο για συγκατοίκηση και μου φάνηκε καλή ιδέα. Δεν είχα κανέναν εδώ πέρα και με βοήθησε πάρα πολύ. Εκτός από την παρέα στο σπίτι, με γνώρισε στους φίλους της, μ’ έβγαζε στην πόλη για ποτό και για καφέ. Με βοήθησε πάρα πολύ. Τη θυμάσαι την Αθηνά;».

«Αμυδρά. Οπότε, μένεις εδώ, ε;».

«Ναι. Μου ‘πε η γιαγιά μου για σένα ότι γυρίζεις ταινία ε;». Πριν προλάβει να απαντήσει ο ίδιος, απαντούσε η Φωτεινή, πιάνοντας τον ώμο του Χρήστου. «Μπράβο ρε συ. Πάντα ήθελες να ασχοληθείς επαγγελματικά με τον κινηματογράφο κι αυτή είναι μοναδική ευκαιρία. Έχει γίνει χαμός στην Καλλικράτεια».

Ο Χρήστος πρόλαβε να πει ένα «ευχαριστώ» και συνέχιζε να στέκει σαν παγοκολόνα από την έκπληξή του που είδε μετά από χρόνια τη Φωτεινή κι από την ευχαρίστησή του που η Φωτεινή ήξερε τα νέα του.

«Αν θέλεις για την ταινία σου», είπε πρόθυμα η Φωτεινή, «να σου γνωρίσω άτομα από το κίνημα ή να τραβήξεις πλάνα από το βουνό, μπορώ να σε βοηθήσω».

Στο πρόσωπο του Χρήστου σχηματίστηκε μια απορία. Έδειξε με το δάκτυλό του το πλήθος και ρώτησε διστακτικά, «το κίνημα;».

«Ναι», απάντησε η Φωτεινή. «Για τις Σκουριές…». Ο Χρήστος πάλι είχε μείνει με την απορία. «…ενάντια στα μεταλλεία χρυσού».

«Α…», έκανε αδιάφορα ο Χρήστος σα να καταλάβαινε για ποιο θέμα μιλούσε η Φωτεινή.

Η Φωτεινή ντράπηκε προς στιγμήν για τον αυθορμητισμό της κι αισθάνθηκε την ανάγκη να απολογηθεί. «Η γιαγιά μου είπε ότι γενικά θέλεις να αναδείξεις τη Χαλκιδική, τα μέρη της, τους ανθρώπους της, τα μαγαζιά της και σκέφτηκα ότι μπορεί να ενδιαφέρεσαι και για τις Σκουριές. Γι’ αυτό το ανέφερα».

Ο Χρήστος ένιωσε κι αυτός άβολα. Χαμογέλασε από ευγένεια και της εξήγησε ότι έχει ολοκληρώσει το σενάριο.

«Αχ, πολύ ωραία», απάντησε η Φωτεινή δίχως να προσποιείται τον ενθουσιασμό της. «Αυτό σημαίνει ότι ξεκινάς τα γυρίσματα».

«Ε, σε λίγο καιρό».

Η Φωτεινή πήρε πάλι το λόγο, κοιτώντας με αγωνία μπροστά στην πορεία, που είχε προχωρήσει. «Χρήστο, θα χάσω την παρέα μου και θα με ψάχνουν. Θέλεις να έρθεις;».

«Όχι. Εξάλλου έχω αφήσει κάποιες δουλειές».

«Α, σίγουρα, ναι. Τώρα με την ταινία θα τρέχεις και δε θα φτάνεις».

«Θα έχω κάποιον χρόνο, αν θέλεις να κανονίσουμε να βρεθούμε».

«Αλήθεια; Άντε ρε συ, ωραία. Πες μου πώς σε λένε να σε βρω στο facebook».

«Α… δεν έχω facebook». Η Φωτεινή τον κοίταξε λίγο περίεργα. Δίστασε, αλλά του πρότεινε να αλλάξουν τηλέφωνο. Ο Χρήστος δέχθηκε ευχαρίστως και σημείωσε το τηλέφωνό της.

«Πάρε με να κανονίσουμε», είπε η Φωτεινή και ξαναμπήκε στην πορεία, χαμογελώντας. Τότε, μέσα απ’ την πορεία κάποιος την χαιρέτησε, τη φίλησε σταυρωτά και προχώρησαν μαζί.

Ο Χρήστος δεν περίμενε να περάσει όλη η πορεία από μπροστά του. Γύρισε την πλάτη του από την αντίθετη κατεύθυνση και συνέχισε τη βόλτα του.

4

Ο Χρήστος αισθανόταν πολύ όμορφα από τη συνάντηση που είχε με τη Φωτεινή. Το παλιό του φλερτ, ένιωθε ότι μπορεί να αναζωπυρωθεί, όμως αυτή τη φορά ήταν αρκετά πιο ώριμος, ώστε να το διαχειριστεί και να εκδηλωθεί. Δεν ήταν απλώς πιο ώριμος, αλλά αισθανόταν ότι πλέον ήταν έμπειρος κι ότι μπορούσε να γίνει γοητευτικός, όποτε ήθελε.

«Ίσως να της αρέσω ακόμα», σκεφτόταν με σιγουριά. «Φαντάζομαι ότι θα ρώτησε η ίδια πληροφορίες για την ταινία μου. Ακόμα, όμως, κι αν οι πληροφορίες για την εξέλιξή μου έφταναν σ’ αυτήν χωρίς να το επιδιώκει η ίδια, σίγουρα θα της έχουν προξενήσει μεγάλη εντύπωση. Πώς μου το είπε; «Έχει γίνει χαμός στην Καλλικράτεια», ε;».

Έτσι σκεφτόταν ο Χρήστος κι αισθανόταν όμορφα. Την σκεφτόταν όλη μέρα. Άρχισε να χάνει τη συγκέντρωσή του στη συγγραφή του σεναρίου του, γιατί θυμόταν διάφορες όμορφες στιγμές που είχε περάσει – ως φίλος – με την Φωτεινή. Στο Λύκειο είχαν δει πολλές φορές τη δύση του ήλιου στην σκάλα της παραλίας της Καλλικράτειας, αφού σχολούσαν μαζί από το φροντιστήριο εκείνη περίπου την ώρα. Τα καλοκαίρια είχαν κάνει αμέτρητα μπάνια. Έκαναν βόλτες με τα ποδήλατά τους μέχρι την παραλία της Νέας Ηράκλειας κι επέστρεφαν στα σπίτια τους αργά το βράδυ. Έβλεπαν μαζί ταινίες, ενώ πολλές φορές είχαν κοιμηθεί ακόμα και στο ίδιο κρεβάτι.

Η σχέση τους ήταν εξαιρετική. Αρκετοί συμμαθητές τους, μάλιστα, είχαν την αίσθηση ότι ήταν ζευγάρι. Ο Χρήστος, βέβαια, το διέψευδε, όταν τον ρωτούσαν συγκεκριμένα, αλλά πάντα ένιωθε όμορφα που έδινε αυτήν την εντύπωση.

Η επαφή τους διακόπηκε κάπως απότομα, όταν το καλοκαίρι που τελείωσαν την 3η Λυκείου, η Φωτεινή «πήγε και τα έφτιαξε μ’ έναν μαλάκα φοιτητή ιατρικής από ένα διπλανό χωριό». Ο Χρήστος αφενός είχε πληγωθεί για την έκβαση της σχέσης του, αφετέρου όμως τον βοήθησε να ξεπεράσει κάποιους δισταγμούς που είχε και σε συνδυασμό με την αλλαγή περιβάλλοντος που έκανε μετακομίζοντας στη Θεσσαλονίκη, να γίνει αρκετά πιο διαχυτικός, όσον αφορά τα κορίτσια που του άρεζαν.

Τώρα σκεφτόταν τους «κύκλους που κάνει η ζωή» και τη νέα ευκαιρία που ξανοιγόταν μπροστά του. Είναι δύσκολο να απαντήσουμε σ’ ένα διηγηματικό κείμενο, εάν τα κίνητρα του Χρήστου ήταν καθαρά από ερωτικό ενδιαφέρον για τη Φωτεινή ή εάν επρόκειτο για την ικανοποίηση ενός παλιού απωθημένου.

-==-=_==_-+=++-=_-=-==-==-====–_-______=-__+-=_=-__-=-+-__+-+_-_=–__-_=-+++

Μάλιστα, προκειμένου η διήγηση να πετύχει μια ακρίβεια στην περιγραφή του χαρακτήρα, δεχθήκαμε τις συμβουλές ενός ψυχολόγου – ο οποίος στην αρχή μας χρέωσε 50€ για την επίσκεψή μας κι αρνήθηκε να τα λάβει από τον Χρήστο Ζαφείρη. Όταν εμείς με τη σειρά μας επιχειρηματολογήσαμε ότι εφόσον είναι φανταστικός ο Χρήστος, τότε θα ‘πρεπε να ‘ναι φανταστική κι η πληρωμή του ψυχολόγου, μας εξήγησε ότι ο ήρωας μπορεί να είναι φανταστικός – κι αυτό να το γνωρίζουμε όλοι κι όλες – αλλά τα συναισθήματα κι οι καταστάσεις που περνάει, ακόμη κι αν περιέχουν το σουρεαλιστικό στοιχείο, είναι αληθινά και γι’ αυτό μπορεί το αναγνωστικό κοινό να ταυτίζεται μαζί του. Εδώ, η αλήθεια είναι ότι μας τάπωσε και πληρώσαμε τα 50€ για τις παρακάτω συμβουλές του.

«Κατ’ αρχήν, είναι λάθος να χρησιμοποιούμε τον επιθετικό προσδιορισμό «παλιός» στο απωθημένο. Εξ αντικειμένου, το απωθημένο αναφέρεται στο παρελθόν. Η σύστασή του έχει τις ρίζες του στο παρελθόν. Δε θα μπορούσε να δημιουργηθεί ξαφνικά ένα απωθημένο στο παρόν, πόσο μάλλον στο μέλλον. Μπορεί να φέρουμε τα τραύματα του απωθημένου στο παρόν, αλλά αν δεν τα είχαμε, τότε θα έπαυε να είναι απωθημένο. Άρα, το να γράφεις «παλιό απωθημένο» επιστημονικά είναι λάθος, λογοτεχνικά υποκύπτεις σ’ έναν πλεονασμό και το μόνο που τελικά καταφέρνεις είναι να γίνεσαι γελοίος στην προσπάθειά σου να προσδώσεις ένα ειδικό βάθος και μια ένταση στο απωθημένο, κοσμώντας το με επίθετα όπως το «παλιό». Θα μπορούσες βέβαια να χρησιμοποιήσεις τον όρο «παλιοαπωθήμενο», αντανακλώντας την εσωτερική αγανάκτηση του χαρακτήρα σου προς τον ανεκπλήρωτο έρωτά του, αλλά αυτό θα συνεπαγόταν την αλλαγή της αφήγησης, μιας κι ο Χρήστος φαίνεται να εκφράζει μια νοσταλγία, παρά μια οργή, που θα ταίριαζε περισσότερο με τη μπλα μπλα μπλα…».

Κάπως έτσι συνέχισε όλη την ώρα, κάνοντας αλλεπάλληλες παρατηρήσεις πάνω στο έργο μας, ώσπου τον διακόψαμε για να μας δώσει μια βαθύτερη ανάλυση για το αν ο Χρήστος ήταν ερωτευμένος με τη Φωτεινή ή αν επρόκειτο για ένα «απωθημένο», ο ψυχολόγος απέδειξε ότι ήταν απατεώνας κι ότι μας κορόιδευε. Επικαλέστηκε το ιατρικό απόρρητο κι αρνήθηκε να μας δώσει οποιαδήποτε πληροφορία που αφορά την ψυχοσύνθεση του Χρήστου. Βέβαια, τα 50€ τα ‘χε πάρει κανονικά.

-==-=_==_-+=++-=_-=-==-==-====–_-______=-__+-=_=-__-=-+-__+-+_-_=–__-_=-+++

Άφησε να περάσουν δυο τρεις μέρες πριν την πάρει τηλέφωνο. Στην αρχή δεν το σήκωσε, αλλά τον κάλεσε πίσω λίγες ώρες αργότερα. Μίλησαν με διάθεση κι έκαναν αστεία. Κανόνισαν «να βγουν να τα πούνε κι από κοντά». Ο Χρήστος προσπάθησε να κλείσει ένα ραντεβού μαζί της, χωρίς να της δείχνει ότι η συνάντησή τους ήθελε να έχει το χαρακτήρα του ραντεβού. Εξ άλλου, δε γνώριζε σε τι προσωπική φάση βρισκόταν η Φωτεινή. Της πρότεινε να πιουν «κάνα κρασάκι στο Μπιτ Μπαζάρ, που τον βολεύει» και περίμενε την αντίδρασή της. Η Φωτεινή ενθουσιάστηκε.

«Αχ, πολύ μ’ αρέσει το Μπιτ Μπαζάρ, βέβαια να πάμε εκεί. Πήγαινα συνέχεια τις πρώτες μέρες που είχα έρθει στη Θεσσαλονίκη. Μια χαρά με βολεύει κι εμένα. Τι ώρα μπορείς να βρεθούμε; Να πούμε στις 9 το βράδυ; Σίγουρα προλαβαίνεις; Δε σε βγάζω εκτός προγράμματος, ε;».

«Όχι, μα τι λες; Αφού εγώ σε πήρα τηλέφωνο».

«Ε… ναι… εσύ με πήρες, αλλά ρωτάω μήπως πιέζεσαι. Αν πιέζεσαι, μπορούμε να κανονίσουμε να βρεθούμε μετά τα γυρίσματα ή όποτε βρεις χρόνο».

«Όχι, όχι. Έχω χρόνο, μην ανησυχείς».

Τελικά κανόνισαν να βρεθούν στο άγαλμα του Βενιζέλου στις 10 η ώρα και θα πήγαιναν μαζί στο Μπιτ Μπαζάρ, όπου και θα καθόντουσαν σ’ ένα μαγαζί της επιλογής τους. Ο σερβιτόρος, αφού κατέγραψε στο μπλοκ του «Ι κοκ ξηρό», τους ρώτησε αν θα φάνε κάτι. Προς στιγμήν κι οι δύο βρέθηκαν σε αμηχανία. Αφού αντάλλαξαν ματιές μεταξύ τους για ένα λεπτό, ο Χρήστος πήρε την πρωτοβουλία κι είπε με στόμφο «ε… να τσιμπήσουμε κάτι». Ο σερβιτόρος έφυγε σημειώνοντας στο μπλοκάκι του «τα αρχίδια μου».

Πλέον είχαν μείνει μόνοι τους με γεμάτα τα ποτήρια – που κάθε τόσο άδειαζαν και ξαναγέμιζαν – και τους μεζέδες να κάνουν την εμφάνισή τους ως συνοδευτικά. Η συζήτησή τους μόλις ξεκινούσε…

5

Ο Χρήστος είχε ξαπλώσει άνετος στην πλάτη της καρέκλας του. Το αριστερό του χέρι στηριζόταν στην καρέκλα και το δεξί μία ακουμπούσε το τραπέζι, μία χάιδευε το κρασοπότηρό του και κάθε τόσο το έπιανε, το σήκωνε, το έφερνε στα χείλη του κι έπινε μια γουλιά. Αισθανόταν ότι ήξερε πώς πρέπει να φερθεί και να κυλήσει η κουβέντα κι η βραδιά.

Η Φωτεινή αισθανόταν μια μικρή αμηχανία. Δεν ήξερε αν η συνάντησή τους ήταν ραντεβού ή μια κουβέντα δύο φίλων από τα παλιά. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να δείξει ότι είχε αναζωπυρωθεί το ενδιαφέρον της για τον Χρήστο, με το που τον είδε κάτω από τον Λευκό Πύργο. Εξαιτίας της άβολης αυτής θέσης, μιλούσε ακατάπαυστα και για άσχετα θέματα.

Όσο περνούσε η ώρα ο Χρήστος όλο κι έγερνε το σώμα του περισσότερο προς τη μεριά της Φωτεινής και χαμήλωνε τον τόνο της φωνής του. Ήθελε να βρει ένα ευαίσθητο σημείο και να μιλήσει γι’ αυτό, ώστε να πιάσουν μια πιο ουσιαστική συζήτηση από τη συμπεριφορά των καθηγητών της Φωτεινής στην Αθήνα.

Κάποια στιγμή η Φωτεινή αισθάνθηκε ότι είχε μονοπωλήσει την κουβέντα κι ότι δεν είχε αφήσει τον Χρήστο να πει πολλά πράγματα γι’ αυτόν. Ντράπηκε, επειδή όσα έλεγε δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία κι αμφέβαλλε εάν ακόμα τα άκουγε ο Χρήστος. Σκέφτηκε ότι ήταν αγένεια που δεν τον ρωτούσε συνεχώς λεπτομέρειες για την ταινία του – αυτό κι αν ήταν νέο! Σταμάτησε, λοιπόν, και ρώτησε: «Με την ταινία πώς τα πας;».

Ο Χρήστος ικανοποιήθηκε από την πάσα της Φωτεινής και την ευκαιρία που του έδινε να της μιλήσει για την ταινία του, τις δυσκολίες που συνάντησε και τις φιλοδοξίες του. Έφερε τους αγκώνες του πάνω στο τραπέζι, έπλεξε τα δάκτυλά του κι άρχισε με νηφάλιο ύφος να της μιλάει για το όραμά του.

«Βαδίζω σ’ ένα μονοπάτι καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πολλά πράγματα μού είναι άγνωστα και μόνο που έρχομαι σ’ επαφή μαζί τους είναι συγκλονιστικό. Ολοκληρώνω τη συγγραφή του σεναρίου και μετά μπαίνω στο κεφάλαιο της σκηνοθεσίας και των γυρισμάτων. Αισθάνομαι όχι απλά τυχερός, αλλά ευλογημένος γι’ αυτήν την ευκαιρία».

«Είναι μια ευκαιρία, όμως, που την κυνήγησες. Δεν περίμενες χωρίς να κάνεις τίποτα. Σπούδασες γι’ αυτό, ασχολήθηκες, διάβασες, τόλμησες. Είναι όλα όσα ονειρευόσουν».

Ο Χρήστος ενοχλήθηκε λίγο γιατί θα προτιμούσε να τον άφηνε να τα πει ο ίδιος. Όμως, έβλεπε τα μάτια της Φωτεινής να λαμπυρίζουν από έναν θαυμασμό κι αυτό του άρεσε.

«Ξέρεις, την ταινία τη δουλεύω μόνος μου. Θα μιλήσω για πράγματα που σκέφτομαι κι αισθάνομαι. Θα τα δει κόσμος, θα τα κάνει κριτική, θα τα σχολιάσει, θα τον επηρεάσει. Ίσως ακόμα να μην έχω συνειδητοποιήσει την έκταση της εσωτερικής μου έκθεσης στην κοινωνία. Θα μπορούσε να με τρομάξει αργότερα, όταν  το δω να υλοποιείται, αλλά προς το παρόν αισθάνομαι σαν ένας Προφήτης, που βρίσκεται στην έρημο και διδάσκει όσους περαστικούς φέρει στο δρόμο του η Μοίρα, τους γαλουχεί και τους κάνει μαθητές του».

«Πω πω… δεν ήξερα ότι έχει τόσο βαθιές φιλοσοφικές διαστάσεις το σενάριό σου. Στο χωριό συζητάνε πόσους τουρίστες θα φέρει στη Χαλκιδική», σχολίασε η Φωτεινή.

«Ε… κοίτα. Τα κίνητρα του καθενός είναι μοναδικά κι ιδιαίτερα. Δε σημαίνει ότι για έναν ανώτερο σκοπό συμπίπτουν τα κίνητρα όλων όσων συμμετέχουν».

«Θα ήθελες να επηρεάσεις κόσμο – σαν ένας καλλιτεχνικός προφήτης – ή εννοείς να δημιουργήσεις κινηματογραφική σχολή;».

«Εμένα δε με ενδιαφέρει μόνο η κινηματογραφία. Ένας καλλιτέχνης δεν περιορίζεται μόνο σε ένα συγκεκριμένο είδος Τέχνης. Πρέπει να καταπιάνεται με όλα, γιατί η Τέχνη είναι Ενιαία κι Αδιαίρετη. Μέσα από την Τέχνη μου θέλω να κάνω μια καταγραφή των σκέψεών μου. Θέλω αυτό να αποτυπωθεί. Δεν ενδιαφέρομαι να επηρεάσω άμεσα τον κόσμο. Δεν είμαι από αυτούς που θα υιοθετήσουν ένα διδακτικό ύφος και θα κουνήσω το δάκτυλο στον άλλον. Δεν πιστεύω ότι έχει κάποια αξία όλο αυτό, αφού έτσι κι αλλιώς η ατομική εξέλιξη του καθενός δεν έρχεται έξωθεν, αλλά είναι εσωτερικής φύσεως».

«Ναι, όμως…», τον διέκοψε η Φωτεινή, «αν μέσα απ’ την ταινία σου βοηθήσεις κάποιους να αναθεωρήσουν για κάποια πράγματα ή να προβληματιστούν ή να αλλάξουν;».

«Δεν είναι ο σκοπός μου να απευθυνθώ στον κόσμο. Όπως ο Προφήτης δεν πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι για να πείσει τα άτομα, αλλά απευθύνεται στο Συνολικό Όλο της κοινωνίας, είναι διαχρονικός κι αληθινός».

Η Φωτεινή δεν τα καταλάβαινε όλα όσα έλεγε ο Χρήστος, αλλά ένιωθε ότι στα λόγια του υπήρχε ένα όραμα για μια άλλη κοινωνία – κι αυτό της άρεζε. Ήθελε κι η ίδια να μοιραστεί κάτι πιο ουσιαστικό.

«Ξέρεις τι; Δε στο λέω για να υπονοήσω κάτι σε καμία περίπτωση. Αλλά, να, έχω παίξει ως ηθοποιός σε κάποιες παραστάσεις».

«Αλήθεια, είσαι ηθοποιός; Σε τι έχεις παίξει;».

«Ε… δεν είμαι ηθοποιός. Απλώς έχω παίξει σε κάποια θεατρικά και σε δύο ταινίες μικρού μήκους. Όχι τίποτα σπουδαίο. Οι παραστάσεις που έπαιζα στην Αθήνα ήταν φοιτητικές. Δουλεύαμε, όμως, σκληρά, για το αποτέλεσμα. Είχαμε συμμετάσχει και σε κάποιους πανελλαδικούς φοιτητικούς διαγωνισμούς. Ήταν φοβερή εμπειρία. Και μόνο να παίζεις, νιώθεις ότι αφήνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου στη σκηνή. Καμιά φορά νιώθω ότι επηρεάζω θετικά έναν κόσμο, κι αυτό μ’ αρέσει εμένα περισσότερο απ’ όλα. Όχι για να διδάξω, έχεις δίκιο σ’ αυτό. Αλλά, να…».

Η Φωτεινή είχε παίξει σε μια πειραματική παράσταση όπου πέντε γυναίκες διηγούνταν και βίωναν επί σκηνής εικόνες από διαφορετικών ειδών κακοποιήσεις γυναικών. Η ίδια είχε υποδυθεί μία νεαρή γυναίκα που στην εφηβεία της σ’ ένα πάρτι φίλων σε κλαμπ, ο ξάδελφός της, της την είχε πέσει. Αυτή τον έσπρωξε κι έφυγε από το μαγαζί. Για πολλά χρόνια ο ξάδελφός της διέδιδε διάφορες σεξουαλικές φήμες γι’ αυτήν, την κουτσομπόλευε στις φίλες της, μέχρι που έδερνε κι απειλούσε όποια αγόρια τα έφτιαχναν μαζί της.

«Ήταν δυνατός ρόλος και καμιά φορά ένιωθα ότι υπερέβαλλα. Τι να πω; Δεν μπορούσα να φανταστώ μέχρι που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη αθλιότητα. Σε μια παράσταση είχε έρθει μια φίλη μου, κολλητή στη σχολή, να με δει. Δεν ήξερε την υπόθεση, μόνο γενικά πράγματα της είχα πει. ΣΟΚΑΡΙΣΤΗΚΕ κι έκλαιγε σε όλη την παράσταση. Εγώ – η χαζή – νόμιζα ότι είχε συγκλονιστεί από την ερμηνεία μου.

Δύο βδομάδες μετά ήρθε από το σπίτι μου και μου εξήγησε ότι η ιστορία της κοπέλας που έπαιζα είχε παρόμοια στοιχεία με την ίδια! Κάθισε και μου ‘πε την ιστορία της ζωής της. Και στο τέλος, μ’ άφησε πάλι άφωνη – εκεί σκέφτηκα ότι πρέπει να ασχοληθώ μόνιμα με το θέατρο – όταν μου ‘πε ότι η παράστασή μας την βοήθησε περισσότερο από κάθε άλλη συνεδρία με ψυχολόγο που παρακολουθούσε τα τελευταία πέντε χρόνια».

Ο Χρήστος φαινόταν να δείχνει αδιαφορία για την ιστορία της Φωτεινής.

«Έχεις παίξει πουθενά αλλού;», την ρώτησε. Η Φωτεινή ήθελε να πει κι άλλα πολλά, όμως σκέφτηκε πως ίσως να μην είχε τόσο αξία η δική της προσωπική εμπειρία κι ότι τέτοια πράγματα ίσως να συμβαίνουν συνέχεια στο χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου.

«Ναι. Αλλά ήταν μικρές πειραματικές σκηνές. Τώρα ετοιμάζομαι να παίξω σε μια νέα ερασιτεχνική θεατρική παράσταση».

«Για πες».

«Είναι ένα έργο του Ντάριο Φο, το «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω!». Πολύ επίκαιρο για τις μέρες μας, ε;».

Ο Χρήστος έδειξε πάλι να μη συμμερίζεται τις θεατρικές επιλογές της Φωτεινής. Δεν είπε κάτι, αλλά η Φωτεινή το αντιλήφθηκε.

«Πες μου», είπε η Φωτεινή αφού ανακάθισε στη θέση της και βάζοντας κρασί και στους δυο τους, «πώς φαντάζεσαι να έρχεσαι σε επαφή με τον κόσμο μέσω της Τέχνης σου».

Ο Χρήστος αισθάνθηκε ότι ξαναμπαίνει σε οικείο περιβάλλον. «Η Τέχνη είναι ένα Μέσο, που έχει μια ανεξάρτητη υπόσταση».

«Δηλαδή;».

«Δηλαδή, ενώ σε βοηθάει να εκφράσεις ό,τι αισθάνεσαι, δεν πρέπει να αξιοποιείται για να διδάξει ή να εξηγήσει ή να παρηγορήσει».

«Αλλά, για τι;».

«Για να εκφράζει τον Δημιουργό της».

«Κι αν ο δημιουργός της θέλει να πει κάτι στον κόσμο».

«Αυτό, ρε συ Φωτεινή», είπε επιθετικά ο Χρήστος, «είναι εγωιστικό».

Η Φωτεινή ξαφνιάστηκε. «Εγωιστικό; Γιατί είναι εγωιστικό; Αφού θέλει να μοιραστεί κάτι με τους υπόλοιπους. Κι αυτό το κάτι προξενεί θετικά συναισθήματα, ακόμα κι όταν επιλέγεται ένας δύσκολος δρόμος. Θέλω να πω ότι στόχος του δημιουργού είναι να μεταφέρει ένα μήνυμα, ή να βοηθήσει το κοινό να εξαγνιστεί. Αυτό γιατί το λες εγωιστικό;».

Όση ώρα μιλούσε η Φωτεινή, ο Χρήστος φαινόταν να δυσανασχετεί. «Γιατί θέλει να αλλάξει τους άλλους».

Η Φωτεινή το σκέφτηκε, αλλά δεν τη βρήκε επαρκή απάντηση. Ο Χρήστος συνέχισε. «Θέλει να κάνει τους άλλους σαν τον ίδιο. Δεν αφήνει τον κόσμο να ακολουθήσει μια δική του εξέλιξη, αλλά θέλει να επιβάλλει τη δική του πάνω στους άλλους. Τη δική του εξέλιξη, τη δική του οπτική, τη δική του αλήθεια. Όμως, η Αλήθεια είναι μία κι αδιαίρετη κι αυτή θα τη βρει ο καθένας ακολουθώντας έναν δικό του ατομικό κι ανεξάρτητο δρόμο».

Η Φωτεινή διαφωνούσε, αλλά δεν έβρισκε τα λόγια να το εξηγήσει.

«Μόνο μέσα από την ατομική ανάπτυξη θα βρεις στη Φύση το κομμάτι εκείνο που αντιστοιχεί στον Εαυτό σου», είπε.

«Μα, Χρήστο… μιλάς για την «ατομική ανάπτυξη», για τη «μη παρέμβαση στους άλλους». Αυτά εγώ τα βρίσκω εγωιστικά, όχι το να θέλεις να μοιραστείς», απάντησε η Φωτεινή.

«Όχι, σου εξήγησα. Αν παρέμβεις βίαια στην εξέλιξη του άλλου, κάνεις κάτι που αντιβαίνει τους κανόνες της Φύσης».

Η Φωτεινή είχε θιχτεί για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν γιατί ποτέ κανείς δεν είχε αμφισβητήσει τα κίνητρά της και δεν έφτασε σε σημείο να υπονοήσει ότι είναι εγωίστρια. Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί εμπειρικά είχε βιώσει πόσο δυνατό συναίσθημα μπορεί να προκαλέσει μια θεατρική παράσταση που μοιράζεται μια πραγματική ανθρώπινη ιστορία κι είχε δει ότι το αποτέλεσμα πάνω στη φίλη της είχε πολύ θετικές επιπτώσεις.

«Κάτσε, ρε συ Χρήστο», βγήκε τώρα στην αντεπίθεση. «Κι η έννοια της Κάθαρσης που προσφέρει το θέατρο από τη στιγμή που δημιουργήθηκε; Δεν τη θέλουμε για τους θεατές;».

«Όχι απαραίτητα», απάντησε κοφτά ο Χρήστος.

«Μα… αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Υπάρχει από τότε που δημιουργήθηκε το Θέατρο».

«Έχει κάνει τον κύκλο του και θεωρείται ξεπερασμένο».

«Από ποιον, ρε συ Χρήστο, θεωρείται ξεπερασμένο», ρώτησε η Φωτεινή υψώνοντας τον τόνο της φωνής της, νευριασμένη με την αδιαλλαξία του Χρήστου.

Ο Χρήστος αντιλήφθηκε ότι η συζήτησή τους είχε ξεφύγει από τον έλεγχό του. Όχι απλώς δε θύμιζε ερωτικό ραντεβού, αλλού δεν είχε πλέον ούτε τα χαρακτηριστικά νοσταλγίας της επανασύνδεσης δύο παλιών φίλων. Έκανε μια προσπάθεια να επαναφέρει την κατάσταση στα μέτρα του.

«Κοίτα, Φωτεινή, υπάρχουν διάφορες οπτικές περί της Τέχνης. Δε χρειάζεται να γινόμαστε αφοριστικοί. Πρέπει να είμαστε ανοικτοί σε κάθε προοδευτική αντίληψη για το Θέατρο, τον Κινηματογράφο και την Τέχνη στο σύνολό της». Ο τόνος της φωνής του ήταν ήρεμος, όμως το περιεχόμενό του εξόργισε ακόμα περισσότερο τη Φωτεινή.

«Α, ωραία! Δηλαδή εκτός από εγωίστρια, θεωρείς ότι φοράω παρωπίδες».

«Δεν είπα αυτό…».

Οι επόμενες στιγμές ήταν δύσκολες και για τους δυο. Τα μάτια της Φωτεινής είχαν αρχίσει να γυαλίζουν κι είχε καρφώσει το βλέμμα της στο τραπέζι. Ο Χρήστος είχε μείνει με το στόμα ανοικτό, προσπαθώντας να πει κάτι, αλλά δεν του ‘ρχοταν καμία λέξη ούτε καν μια συλλαβή. Η Φωτεινή σηκώθηκε για να πάει στο μπάνιο. Όταν έφυγε από το οπτικό του πεδίο, κατέβασε μονορούφι όλο του το ποτήρι και σκέφτηκε δυνατά:

«Μαλακία έγινε».

6

Μετά από λίγο πλήρωσαν κι έφυγαν. Η Φωτεινή με το που επέστρεψε στο τραπέζι επικαλέστηκε κάτι έκτακτο που έτυχε στη φίλη και συγκάτοικό της, Αθηνά, κι έπρεπε να φύγει. Η Φωτεινή θα έπαιρνε ταξί κι ο Χρήστος αισθανόταν ότι δε θα ‘ταν καλή ιδέα να της προτείνει να τη συνοδέψει. Σκεφτόταν ότι αν όντως είχε συμβεί κάτι στην Αθηνά, θα ήταν άκομψο να εμφανιστεί κι ο ίδιος. Αν πάλι η Φωτεινή έλεγε ψέματα κι απλώς ήθελε να φύγει, τότε επίσης δεν έπρεπε να προτείνει να τη συνοδέψει. Έτσι, στεκόταν όρθιος δίπλα της, καθώς αυτή έψαχνε για ταξί κι όταν βρήκε, χαιρετήθηκαν χωρίς να ανταλλάξουν τα σταυρωτά φιλικά φιλιά.

Γύρισε στο σπίτι του με τα πόδια. Παρότι είχε πιει αρκετό κρασί, που συνήθιζε να τον χτυπάει και να του φτιάχνει τη διάθεση, τώρα είχε ήδη ξενερώσει. Σκεφτόταν την εξέλιξη της συζήτησης για να καταλάβει που στράβωσε. Έμεινε ξάγρυπνος μέχρι τα ξημερώματα κι αναρωτιόταν. Αναρωτιόταν αν όντως συνέβη κάτι στην Αθηνά κι η βιαστική αποχώρηση της Φωτεινής δεν είχε να κάνει με τη δική του συμπεριφορά. Αναρωτιόταν αν την πείραξε ο τρόπος που μιλούσε ο ίδιος. Αναρωτιόταν ακόμα αν το περιεχόμενο των λόγων του – κι όχι ο τρόπος – ήταν αυτό που την πλήγωσε.

Τα σκεφτόταν όλη την επόμενη μέρα κι είχε το νου του στο τηλέφωνό του, μήπως τον πάρει η Φωτεινή και λυθούν ως δια μαγείας οι προβληματισμοί του. Όμως, η Φωτεινή δεν έπαιρνε τηλέφωνο. Κι ο ίδιος ήταν αρκετά επίμονος στο να μη δέχεται ότι θα έκανε ή θα έλεγε κάτι διαφορετικό στο ραντεβού τους, εάν ποτέ είχε την ευκαιρία να το επαναλάβει.

Όμως, κάτι δεν του καθόταν καλά. Αργά το βράδυ, λοιπόν, ίσως σε μια στιγμή αδυναμίας κατά τον ίδιο, αποφάσισε να την πάρει τηλέφωνο. Καθώς περίμενε στο ακουστικό του, δεν ήταν σίγουρος εάν έπρεπε να κάνει σα να μη συμβαίνει τίποτα, αν έπρεπε να της δικαιολογηθεί για τους τρόπους της ή εάν έπρεπε να της ζητήσει συγγνώμη γι’ αυτά που είπε.

Ο Χρήστος άρχισε να ιδρώνει ανεξήγητα στο αυτί του, ενώ το τηλέφωνο εξακολουθούσε να χτυπάει.

_______________________________________

Σημείωμα του Foivery προς τους αναγνώστες.

Εδώ τελειώνει το 3ο μέρος του έργου. Η συνέχεια θα καθορισθεί από τις δικές σας επιλογές στα εξής σαφή ερωτήματα:

  • Να σηκώσει ή να μη σηκώσει το τηλέφωνο η Φωτεινή;
    1. Αν το σηκώσει, ποια στάση πρέπει τελικά να κρατήσει ο Χρήστος; («Καθώς περίμενε στο ακουστικό του, δεν ήταν σίγουρος εάν έπρεπε να κάνει σα να μη συμβαίνει τίποτα, αν έπρεπε να της δικαιολογηθεί για τους τρόπους της ή εάν έπρεπε να της ζητήσει συγγνώμη γι’ αυτά που είπε»).
    2. Αν δεν το σηκώσει, πρέπει να επιμείνει να τη συναντήσει ή όχι;

_______________________________________

[1] Εκτός από το «ρε μαλάκα» και το «όσκαρ», όλα τα υπόλοιπα ειπώθηκαν στα ρώσικα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s