Εσύ αποφασίζεις… (Μέρος δεύτερο) Το παζάρι της Χαλκιδικής

...τη συνέχεια του έργου.

…τη συνέχεια του έργου.

Λογοτεχνικά… του foivery.

Ένα πρώτο (μικρό) πείραμα από τη μεριά μου για μια διαδραστική γραφή.

Στο 1ο μέρος ο νέος σεναριογράφος – σκηνοθέτης Χρήστος Ζαφείρης ενημερώνεται από το Υπουργείο Πολιτισμού ότι εγκρίνεται επιχορήγηση για την ταινία του. Οι όροι, όμως, που μπαίνουν προβληματίζουν τον ήρωα. Διαβάστε το 1ο μέρος εδώ.

1

Εκείνο το πρωινό η κυρία Αλέκα έπινε τον καφέ της στο σπίτι της μαζί με τη γειτόνισσά της, την κυρία Ασπασία. Χαζολογούσαν και θυμόντουσαν ιστορίες από τα παιδικά τους χρόνια. Στη συνέχεια η κυρία Αλέκα πήρε στα χέρια της το αναποδογυρισμένο φλιτζάνι της φίλης της. Την ώρα που το στριφογύριζε για να διαβάσει τα κωδικοποιημένα μηνύματα του φλιτζανιού, η κυρία Ασπασία έμενε βουβή· δεν ήθελε να προκαλέσει τον παραμικρό θόρυβο, ώστε η κυρία Αλέκα να μπορέσει να συγκεντρωθεί.

«Τι κάνει η εγγόνα σου;», ρώτησε ξαφνικά η κυρία Αλέκα. Η αναφορά στην εγγονή της, έκανε την κυρία Ασπασία να ταραχθεί. Συνηθισμένη σε μια ζωή, όπου τα νέα ήταν συνήθως άσχημα, φοβήθηκε ότι η κυρία Ασπασία είδε στο φλιτζάνι κάποιον κίνδυνο.

«Στη Θεσσαλονίκη είναι και διαβάζει για την εξεταστική της», είπε κρεμάμενη απ’ τα χείλη της κυρίας Αλέκας.

«Και τι σπουδάζει, βρε Ασπασία, η Φωτεινούλα;», ρώτησε καθώς συνέχιζε να στριφογυρνάει το φλιτζάνι. Η κυρία Ασπασία όρθωσε το κορμί της κι απάντησε με περηφάνια: «κοινωνική λειτουργός!».

«Και τι ‘ναι αυτό, βρε Ασπασία; Δασκάλα σάμπως είναι; Τι θα κάμει μετά τις σπουδές της;». Όση περηφάνια αισθανόταν η κυρία Ασπασία να λέει ότι η εγγονή της σπούδαζε κοινωνική λειτουργός, άλλη τόση αμηχανία της έφερνε αυτή η ερώτηση. Προσπάθησε να απαντήσει περιγραφικά, χωρίς όμως να γίνεται πειστική ότι ξέρει για τι πράγμα μιλάει.

«Και θα μπορέσει με αυτό το… κοινωνικός λειτουργία να μπορέσει να δουλέψει κάπου;». Η επιμονή της κυρίας Αλέκας έφερε έναν εκνευρισμό στην κυρία Ασπασία. Για να βάλει ένα τέλος στη συζήτηση, απάντησε επιθετικά.

«Γιατί, Αλέκα; Μήπως κι ο Χρηστάκης σου θα βρει καμιά καλή δουλειά; Όλο σκηνοθέτης λέει ότι ‘ναι, αλλά τόσες σειρές παίζονται στην τηλεόραση και πουθενά δεν έχω δει να γράφει τ’ όνομά τ’. Άντε, άσ’ τα παιδιά εκεί πού ‘ναι και πες με τι βλέπεις στο φλιτζάνι. Μόνο καλά στην υγεία τους να ‘ναι και θάβρουν δουλειά. Πες μου, είδες κάτι κακό για τη Φωτεινή κι αρχίζεις να με ρωτάς όλαυτά;».

«Ένα Φ το είδα», απάντησε η κυρία Αλέκα και πριν προλάβει να τελειώσει την πρότασή της, η κυρία Ασπασία χτυπώντας τα χέρια της, αναφώνησε «ωχ, Παναγία μ’!», σα να επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι της. «Κάτσε, μαρί, να σε πω. Άσε τις Παναγίες. Αμέσως στο κακό ο νούσου». Η κυρία Ασπασία ηρέμησε.

«Δεν είναι η Φωτεινή το Φ;», ρώτησε.

«Η Φωτεινή πρέπει να ‘ναι», απάντησε η κυρία Αλέκα. «Έχει τα μαλλάκια της, είναι μακριά, έχει βιβλία». Αλλά σα να ‘χει και κάτι άλλο γύρω  της».

«Καλέ, λες να ‘ναι κάνας γαμπρός;», χαμογέλασε πονηρά η κυρία Ασπασία. «Για δες καλύτερα».

«Όχι», την αποπήρε η κυρία Αλέκα. «Δεν είναι γαμπρός. Δουλειά είναι. Αλλά όχι αυτό το… που είπες».

Η κυρία Ασπασία παραξενεύθηκε και δε μίλησε. Η κυρία Αλέκα συνέχισε.

«Αυτό το Φ πολύ έντονο δείχνει· σα να ‘χει φώτα που το φωτίζουνε· να, κοίτα ‘δω», είπε κι έδειξε με το μικρό της δαχτυλάκι ένα αδιευκρίνιστο – για τους αδαείς της γλώσσας του φλιτζανιού – σημείο.

Εκείνη την ώρα χτύπησε το κινητό της κυρίας Αλέκας. Ήταν ένα Samsung Galaxy S6 και για ήχο κλήσης είχε το My Way του Sinatra. Η κυρία Ασπασία, απόρησε και ρώτησε ποιος άνοιξε το ραδιόφωνο.

«Καλέ, το τηλέφωνό μου είναι», απάντησε η κυρία Αλέκα, χαμογελώντας που η φίλη της δεν ήταν εξοικειωμένη με τη νέα τεχνολογία και δείχνοντας το κινητό της, που αναβόσβηνε.

«Ε, σήκωσέ το».

«Αχ… τι να σηκώσω;», απάντησε η κυρία Αλέκα, γελώντας. «Δεν έχει ακουστικό να σηκώσω. Σ’ αυτά πατάς ένα κουμπί και μιλάς. Να, κάπως έτσι», είπε η κυρία Αλέκα κι έσυρε το δάχτυλό της στην οθόνη.

«Έλα, Χρηστάκη…

…έρχεσαι;».

2

Ο Χρήστος Ζαφείρης – ή αλλιώς «Χρηστάκης» για τη γιαγιά του – είχε περάσει ένα δύσκολο δεκαήμερο, προτού πάρει τηλέφωνο τη γιαγιά του για να της πει ότι θα περάσει στην Καλλικράτεια Χαλκιδικής το σαββατοκύριακο. Δεν μπορούσε να αποφασίσει εάν έπρεπε να δεχθεί την επιχορήγηση για την ταινία του, μαζί με τους όρους του Υπουργείου Πολιτισμού, ή αν έπρεπε να τους διαολοστείλει, όπως του ‘ρχόταν να ενεργήσει αυθόρμητα.

Από τη μια ίσως ήταν η μοναδική ευκαιρία που του παρουσιαζόταν για να γυριστεί σε ταινία το σενάριό του και μάλιστα με τον ίδιο ως σκηνοθέτη. Συν τοις άλλοις, το «μπάσιμο» που θα έκανε στο καλλιτεχνικό στερέωμα θα του ‘δινε στα σίγουρα νέες ευκαιρίες για νέες ταινίες είτε ως σεναριογράφος, είτε ως σκηνοθέτης.

Όμως, από την άλλη μεριά, εάν γύριζε την ταινία έτσι όπως τη ζητούσε το Υπ. Πολιτισμού, θα κατέληγε σ’ ένα αποτέλεσμα πολύ μακριά απ’ ό,τι ο ίδιος ονειρευόταν για το έργο του.

Μέρα νύχτα αυτό σκεφτόταν. Να δεχθεί ή να μη δεχθεί. Μάλιστα, προκειμένου να βγει από το αδιέξοδο του, «υπέπεσε» – κατά τον ίδιο – «στην ανάγκη να συμβουλευθεί φίλους και παλιούς συμμαθητές και συμφοιτητές του». Όταν ούτε κι αυτό τον βοήθησε να βγάλει άκρη – μιας κι οι απαντήσεις που πήρε συνήθως ήταν μονολεκτικές κι είχαν να κάνουν με τελείως άσχετα θέματα κι αφορούσαν ένα ασύνδετο πλαίσιο που ξεκινούσε από «σκοινιά» και κατέληγε σε «ιδιοφυείς πριγκίπισσες» – αποφάσισε να ακολουθήσει τις συμβουλές της γιαγιάς του.

Δε θα κατέληγε σ’ αυτό, εάν είχε κάποια άλλη επιλογή. Μπορεί να αγαπούσε και να σεβόταν τη γιαγιά του, αλλά δύσκολα της εμπιστευόταν κρίσιμες αποφάσεις για τη ζωή του. Αυτή η σχέση είχε ξεκινήσει από την παιδική του ηλικία, απ’ όταν είχε χάσει και τους δυο γονείς του και την ανάληψη της κηδεμονίας του ανέλαβε η γιαγιά του. Όταν ο Χρήστος είχε αποφασίσει ότι θα ασχολιόταν με την 7η Τέχνη, η κυρία Αλέκα, είχε εκφράσει έντονες επιφυλάξεις.

Ο Χρήστος, όμως, πίστευε ότι παρά τις μεταξύ τους εντάσεις, η γιαγιά του θα ήταν πάντα ένα στήριγμα γι’ αυτόν. Συν τοις άλλοις, πίστευε ότι είχε μία ικανότητα να διαβάζει τον καφέ, η οποία συνδεόταν με τη «διαίσθηση της συμπαντικής γνώσης», που απαιτούσε «θεϊκές κι ολοκληρωμένες ανθρώπινες υπάρξεις για να κατανοηθεί» και μια αντανάκλαση της οποίας η γιαγιά του μπορούσε να διακρίνει στο κατασκευασμένο από την ΙΚΕΑ φλιτζάνι του καφέ, σε συνδυασμό με τα στοιχεία DNA που έμεναν σ’ αυτό. «Αφού τα στοιχεία του οργανισμού μας είναι γραμμένα στο DNA μας, όπως έχει αποδειχθεί επιστημονικά, γιατί να μην είναι κι η μελλοντική μας διαδρομή; Ποιος μπορεί να το αποκλείσει αυτό;», επιχειρηματολογούσε συχνά.

Πήρε, λοιπόν, τηλέφωνο τη γιαγιά του κι εκείνη χάρηκε που θα ‘χε τον «Χρηστάκη» της στο σπίτι της. Όταν της είπε ότι θέλει να τον βοηθήσει να αποφασίσει για ένα κρίσιμο θέμα, χάρηκε ακόμα περισσότερο που θα είχε ένα τόσο σημαντικό καθήκον.

Κλείνοντας το τηλέφωνο, από απορία σήκωσε το δικό της φλιτζάνι για να δει εάν είχε σημάδια που προμήνυαν αυτήν την εξέλιξη, μιας κι είχε πιει τον καφέ της πριν χτυπήσει το τηλέφωνο.

Με το που το σήκωσε έμεινε άναυδη. Ήταν γραμμένη ολόκληρη φράση στα αγγλικά, την οποία όμως, ενώ την καταλάβαινε, δεν μπορούσε να την ερμηνεύσει. Το φλιτζάνι ήταν σαφές κι έγγραφε: «take the money and run».

3

Ο Χρήστος έφτασε στην Καλλικράτεια το μεσημέρι του Σαββάτου. Στα ΚΤΕΛ τον περίμενε η γιαγιά του, πάντα με τη δικαιολογία ότι μπορεί να χρειαζόταν βοήθεια με τα πράγματα. Στην πραγματικότητα καμία βοήθεια δε χρειαζόταν ο Χρήστος κι η κυρία Αλέκα το ήξερε. Ήθελε, όμως, να περπατήσει στους δρόμους της μικρής κωμόπολης, μαζί με τον εγγονό της, γιατί αισθανόταν περηφάνια.

Στη μικρή διαδρομή μέχρι το σπίτι ο Χρήστος παρατήρησε ότι ακόμα περισσότερες επιγραφές σε καταστήματα, σούπερ μάρκετ, μπακάλικα, μαγαζάκια με εκκλησιαστικά είδη κ.ά. ήταν γραμμένες στα ρώσικα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά άνοιγαν νέα καταστήματα, όπως γουναράδικα, με αποκλειστική επιδίωξη να προσελκύσουν τους τουρίστες εκ Ρωσίας.

Όταν έφτασαν στο σπίτι η κυρία Αλέκα έβαλε στον Χρήστο να φάει. Δεν ήθελε αυτή να ανοίξει τη συζήτηση για το πρόβλημα του Χρήστου. Την έτρωγε η αγωνία, αλλά μιλούσε γι’ άλλα θέματα. Για τον ξάδελφό του που άνοιξε και δεύτερο μαγαζί που αναλάμβανε παραγγελίες για πλούσιους Ρώσους για ορθόδοξες εικόνες από μοναστήρια του Αγίου Όρους. Για τον κυρ- Θανάση που έκανε επέκταση στο μπακάλικό του και πλέον είναι ένα αξιοπρεπέστατο μίνι μάρκετ. Για τη φίλη της, την κυρία Ασπασία, που πρώτη φορά είδε «κινητό τατς». Ο Χρήστος άκουγε και πετούσε κάθε τόσο κάποια γενικόλογα σχόλια ή έκανε κάποιες ερωτήσεις, όχι από ενδιαφέρον, αλλά για να δείξει ότι την παρακολουθεί.

Αφού έφαγε κι επιβεβαίωσε 3-4 φορές ότι δε θέλει να φάει κάτι άλλο, βγήκαν στο μπαλκόνι, με θέα τη θάλασσα, για να πιουν καφέ. Ήταν μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα κι ακόμα ήταν ήσυχη, μιας και δεν είχαν ξεκινήσει να έρχονται τα κύματα των τουριστών. Όταν η κυρία Αλέκα έφερε τους ελληνικούς καφέδες πάνω στο δισκάκι, ο Χρήστος αποφάσισε ότι ήταν η ώρα να της μιλήσει.

«Κάτσε», της είπε. Η κυρία Αλέκα κατάλαβε και κάθισε, κοιτώντας τον στα μάτια. Ο Χρήστος απέφευγε το βλέμμα της και κοιτώντας τη θέα άρχισε να της εξηγεί τον προβληματισμό του. Η κυρία Αλέκα ήταν πρόθυμη να βοηθήσει, αλλά δεν ήξερε πως.

«Αν χρειάζεσαι κι άλλα λεφτά, μπορούμε να πουλήσουμε το κτήμα του παππού σου και…».

«Όχι», τη διέκοψε ο Χρήστος. «Το ζήτημα δεν είναι εκεί. Το Υπουργείο Πολιτισμού θα μου δώσει κι ένα δίκτυο για να διακινήσω την ταινία. Εγώ από μόνος μου δεν έχω τις επαφές για να το κάνω αυτό».

«Αν είναι για τα λεφτά, τα έχουμε», επανέλαβε μηχανικά η κυρία Αλέκα.

«Κι οι όροι; Μου φαίνεται ότι θα βγει ένα κακό αποτέλεσμα, αν δεχθώ τους όρους του Υπουργείου».

«Παιδί μου», ξεκίνησε να λέει η κυρία Αλέκα με διάθεση να του δώσει συμβουλές ζωής, «η γενιά σου έχει πολλές δυνατότητες να κάνει επιλογές και δεν ξέρει ότι η ζωή είναι γεμάτη συμβιβασμούς. Μπόρεσες να διαλέξεις τι θα σπουδάσεις και δε σου ‘πα τίποτα. Διάλεξες να μείνεις στη Θεσσαλονίκη, ενώ μπορούσες να σπουδάζεις και να δουλεύεις τα κτήματα του παππού σου. Κάποια στιγμή θα ερχόταν η ώρα να κάνεις συμβιβασμούς. Εγώ από μικρή έμαθα να κάνω. Ο παππούς σου δε μου άρεζε, αλλά μπορούσα να ανοίξω δικό μου σπιτικό και να κάνω παιδιά. Ήθελα κι εγώ να ζήσω σε μια μεγάλη πόλη, αλλά δεν μπορούσαμε να αφήσουμε τις υποχρεώσεις μας εδώ. Αν θες να προχωρήσεις, πρέπει κάτι να αφήσεις πίσω σου. Μη σου φαίνεται περίεργο».

Ο Χρήστος προβληματίστηκε. «Το έργο μου, όμως; Αυτό που θέλω να προσφέρω; Αυτό που εκφράζει τις σκέψεις μου; Αυτό που δείχνει ποιος είμαι;».

«Μπορείς να ξεκινήσεις μ’ αυτό κι αργότερα όταν θα μπορείς μονάχος σου και θα ‘χεις τα λεφτά, να κάνεις τις ταινίες που θέλεις».

«Φοβάμαι, γιαγιά, ότι αν ακολουθήσω αυτόν το δρόμο θα φτάσω κάπου όπου δε θα αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Αν κάνω συνέχεια τέτοιους συμβιβασμούς, για να φτάσω κάπου, στο τέλος θα έχω στα χέρια μου μια Τέχνη, που δε θα είναι δική μου ή θα είναι δική μου μόνο τυπικά. Εγώ, όμως, ο πραγματικός μου Εαυτός δε θα έχει καμία σχέση μ’ αυτό το αποτέλεσμα».

«Τα βλέπεις πολύ ρομαντικά, όπως πάντα», απάντησε η γιαγιά. «Θέλεις μια ζωή να είσαι κολλημένος στο ίδιο σημείο; Δε θες να προχωρήσεις; Να βγάλεις τα δικά σου λεφτά; Να κάνεις μια ταινία, να γίνεις γνωστός, να βγάζεις χρήματα, να κάνεις μια δική σου οικογένεια, να μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου;».

«Θέλω να προχωρήσω, όμως, θέλω να προχωρήσω με αυτό που είμαι Εγώ, όχι με κάποιον άλλον στη θέση μου». Εδώ η κυρία Αλέκα μπερδεύτηκε. Ο Χρήστος συνέχισε προσπαθώντας να γίνει πιο ξεκάθαρος. «Αναρωτιέμαι γιατί η εξέλιξη κι η ανάπτυξη να συνδέεται πάντα με την οικονομική ευημερία; Γιατί τα χρήματα να είναι ο δείκτης του πόσο πετυχημένοι είμαστε;».

«Α, όχι», απάντησε η κυρία Αλέκα. «Τα λεφτά δε φέρνουν την ευτυχία». Ο Χρήστος αισθάνθηκε σα σκυλί που κυνηγάει την ουρά του, που όσο και να τρέξει ποτέ δεν καταφέρνει να την πιάσει.

«Τότε;».

«Τότε τι;».

«Τότε γιατί να κάνω έναν τέτοιο συμβιβασμό;».

«Γιατί έτσι είναι η ζωή».

«Αχ, γιαγιά, δε βοηθάς», είπε απελπισμένος ο Χρήστος. Η κυρία Αλέκα στεναχωρέθηκε που δεν μπορούσε να βγάλει τον Χρήστο από το αδιέξοδό του. Έμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί. Η κυρία Αλέκα σηκώθηκε να φέρει μπισκότα και λουκουμάκια για να τα φάνε μαζί με τον καφέ.

«Κοίτα να δεις αγόρι μου», του είπε αφού σκέφτηκε καλά πώς θα του θέσει εκ νέου την άποψή της. Έχεις μια ευκαιρία για δουλειά πάνω σ’ αυτό που σου αρέσει να κάνεις, σωστά;».

«Ναι, αλλά όχι για να κάνω αυτό που θα μου αναθέτουν άλλοι».

«Άσε με να τελειώσω», είπε αυστηρά η κυρία Αλέκα. «Εάν θέλεις να ορθοποδήσεις πρέπει να αρχίσεις να βγάζεις λεφτά. Αυτό θα το κάνεις είτε ως σκηνοθέτης, είτε μέσα από μια άλλη δουλειά. Η άλλη επιλογή είναι να γυρίσεις πίσω».

Ο Χρήστος σάστισε. Δε θεωρούσε ως επιλογή την επιστροφή του στην Καλλικράτεια. Του άρεζε η ησυχία της, αλλά όχι για να μείνει εκεί μόνιμα. Η κυρία Αλέκα συνέχιζε να επιχειρηματολογεί.

«…Υπάρχουν κι εδώ ευκαιρίες. Να πω στον κυρ- Θανάση να σε πάρει στο μίνι μάρκετ; Να πω στον θείο σου να σε πάρει στην ταβέρνα; Έρχεται το καλοκαίρι και θα ‘χουν πολλή δουλειά».

«Δεν… δεν ξέρω. Θέλω να συνεχίσω να ψάχνω κάτι στη Θεσσαλονίκη», απάντησε διστακτικά ο Χρήστος.

«Ε, τότε, ή θα βρεις μια δουλειά της προκοπής, που θα σου φέρνει λεφτά για να κάνεις τη ζωή σου, ή θα δεχθείς την πρόταση και θα γυρίσεις την ταινία».

Ο Χρήστος έμενε σιωπηλός. Μια αίσθηση φόβου τον κατέλαβε, χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί κι από πού προερχόταν. Λόγω αυτού αισθάνθηκε έξω απ’ τα νερά του.

«Αγόρι μου», είπε η κυρία Αλέκα και χάιδεψε στο μάγουλο τον εγγονό της, βλέποντας την αμηχανία του. «Μπορείς να διαλέξεις να κάνεις κάτι που σε ευχαριστεί, χωρίς να είναι αυτό που θες. Εκεί είναι ο συμβιβασμός. Και πίστεψέ με, όλοι μας συμβιβαζόμαστε συνέχεια στη ζωή μας. Δεν είναι κακό».

Ο Χρήστος παρέμενε σιωπηλός και τον ενοχλούσε που είχε σχεδόν πειστεί από τη γιαγιά του. Όμως, η κυρία Αλέκα, βλέποντας ότι δε μένει ευχαριστημένος, έριξε κι ένα τελευταίο επιχείρημα, αντιστρέφοντας τη λογική της.

«Κοίτα, εγώ θα σε στηρίξω ό,τι κι αν αποφασίσεις. Θέλεις να μη δεχθείς και να περιμένεις μια καλύτερη ευκαιρία και μέχρι τότε να ψάξεις για κάποια άλλη δουλειά; Εγώ θα σε στηρίξω ό,τι κι αν αποφασίσεις».

Δεν είχαν κάτι άλλο να πουν. Ο Χρήστος ήθελε χρόνο να αποφασίσει. Άνοιξαν την τηλεόραση για να τους ναρκώσει και να γεμίσει τα κενά της ώρας που περνούσε. Η σιωπή τους διακόπηκε το βράδυ, όταν η κυρία Αλέκα δέχθηκε επίσκεψη κι ο Χρήστος βρήκε την ευκαιρία για μια βόλτα στην παραλία, για να σκεφθεί. Ο φόβος, που είχε παραμεριστεί την ώρα της τηλεόρασης, ερχόταν πάλι στην επιφάνεια.

Στη βόλτα που έκανε δεν έψαξε κάποιον από τους φίλους του, που έμεναν στην Καλλικράτεια. Περπάτησε στην παραλία και βγήκε γρήγορα στη σκάλα, σε σχήμα Γ. Στην άκρη της υπήρχε ένα τσιμεντένιο ύψωμα. Κάθισε εκεί ατενίζοντας τη θάλασσα.

Τώρα το δίλημμά του έμπαινε σε νέα βάση. Είτε θα έπρεπε να πάρει μια γενναία απόφαση και να πασχίσει μέχρι να βρει ιδανικότερες συνθήκες για να εκφράσει τις ιδέες του, είτε θα έπρεπε να παραμερίσει τις ιδέες του και να δεχθεί έναν συμβιβασμό, με σκοπό την άνεσή του. Τελικά, στο τέλος της βραδιάς, λίγο πριν ξημερώσει, είχε αποφασίσει. Ο φόβος προς το άγνωστο αποδείχθηκε δυνατότερος από τα ιδανικά του.

4

Την άλλη μέρα ο Χρήστος σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι όταν είχε φτάσει το μεσημέρι. Παρότι είχε κοιμηθεί πολλές ώρες, αισθανόταν μια ζαλάδα και μια κόπωση να τον καταβάλλει. Η κυρία Αλέκα, που είχε ξυπνήσει από πολύ νωρίς, είχε ετοιμάσει το φαγητό και τώρα έπινε καφέ στο μπαλκόνι της, είχε προβληματιστεί από τη συζήτηση της προηγούμενης μέρας. Ανησυχούσε ότι οι συμβουλές που είχε δώσει δεν αρκούσαν κι ότι ο Χρήστος χρειαζόταν κάτι παραπάνω. Έτσι, λοιπόν, σκέφτηκε ένα σχέδιο για το πώς θα του δώσει μεγαλύτερη στήριξη.

Ο Χρήστος πλύθηκε κι έβαλε καφέ φίλτρου από την καφετέρια στην κούπα του. Πίνοντας μια δυο γουλιές κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι και με το «καλημέρα» ανακοίνωσε στη γιαγιά του ότι τελικά θα δεχθεί την επιχορήγηση και θα γυρίσει την ταινία. Η κυρία Αλέκα πέταξε από τη χαρά της. Σηκώθηκε και τον φίλησε. Ποτέ δεν είχε πιστέψει στην πραγματικότητα ότι ο εγγονός της θα γινόταν ένας πετυχημένος κι αναγνωρίσιμος σκηνοθέτης. Πλέον, δε θα είχε τίποτα το αρνητικό να σχολιάσει η φίλη της, η κυρία Αναστασία, για το μηδαμινό κινηματογραφικό έργο του Χρήστου. Αφού ηρέμησε, του ανακοίνωσε με τη σειρά της, ότι βρήκε τρόπο να τον βοηθήσει.

Μιας και τα χρήματα από το Υπουργείο Πολιτισμού ήταν πολύ λίγα, κι αφού ο επίσημος στόχος ήταν να γυριστεί μια ταινία που θα διεκδικήσει μεγάλα βραβεία του εξωτερικού, χρειαζόταν ένας υψηλός προϋπολογισμός. Οι οικονομίες της κυρίας Αλέκας ήταν μεν υπολογίσιμες, αλλά σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την παραγωγή μιας ολόκληρης ταινίας. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθούν νέοι χρηματοδότες. Κι η κυρία Αλέκα ήταν διατιθεμένη να βοηθήσει να βρεθούν. Η κυρία Αλέκα σκέφθηκε ότι η χρηματοδότηση της παραγωγής θα έπρεπε να γίνει υπόθεση όλης της Καλλικράτειας!

«Γιαγιά», ξεκίνησε να λέει ο Χρήστος, αφού άκουσε το φιλόδοξο πλάνο της κυρίας Αλέκας, «ακούγεται ωραίο, αλλά δε νομίζω ότι μπορεί να γίνει. Εξάλλου, πόσα χρήματα να μαζευτούν και γιατί ο καθένας να βάλει ένα μικροποσό; Τι θα ‘χει να κερδίσει;».

«Μη το λες. Όλοι θα θέλουν να βοηθήσουν κι όλοι θα κερδίσουν, ανάλογα με τη βοήθεια που θα προσφέρουν».

Ο Χρήστος έβλεπε ότι η γιαγιά του το ‘χε πάρει πολύ ζεστά και δε συνέχισε να εκφράζει τις ενστάσεις του. Η κυρία Αλέκα, νομίζοντας ότι έπεισε τον εγγονό της, συνέχισε.

«Θα κάτσεις εδώ μέχρι την Τρίτη. Τότε είναι η λαϊκή, το παζάρι μας. Θα ξεκινήσουμε από εκεί. Θα προτείνουμε σε όλους τους παραγωγούς και τους εμπόρους της περιοχής να βοηθήσουν».

Ο Χρήστος ένιωσε αμήχανα που ήταν πολύ πιθανό στην παραγωγή της ταινίας να εμπλεκόντουσαν άνθρωποι, τους οποίους θεωρούσε άσχετους με τον κινηματογράφο. Πήγε να εκφράσει κάποιες αντιρρήσεις, αλλά η κυρία Αλέκα τον διέκοψε.

«Δεν ακούω κουβέντα. Το παίρνω σαν προσωπική μου υπόθεση. Εσύ δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα. Απλώς να έρθεις μαζί μου την Τρίτη, για να σε βλέπουν και να εμπνέονται».

5

Την Τρίτη, λοιπόν, η λαϊκή της οδού Σωτ. Μάλλα, με τις μονοκατοικίες πίσω από τους πάγκους των εμπόρων, θα ήταν ο πρώτος σταθμός για την κυρία Αλέκα και τον εγγονό της, στην προσπάθεια ανεύρεσης κόσμου που θα χρηματοδοτούσε την πρώτη ταινία του Χρήστου Ζαφείρη. Η κυρία Αλέκα προηγούνταν πάντοτε ένα δυο βήματα μπροστά και πήγαινε πίσω από κάθε πάγκο, χαιρετώντας τους παραγωγούς και τους εμπόρους με τα μικρά τους ονόματα, ενώ ο Χρήστος περίμενε μπροστά.

Η σκηνή επαναλήφθηκε σχεδόν σε κάθε πάγκο. Η κυρία Αλέκα τους εξηγούσε γρήγορα ότι ο Χρήστος θα γύριζε μια πετυχημένη ταινία που θα πήγαινε στα Oscar κι ότι έπρεπε όλο το χωριό να τον στηρίξει. Κάπου εκεί γυρνούσαν το βλέμμα τους να δουν τον Χρήστο, σα να ‘θελαν να επιβεβαιώσουν τα νέα που τους έλεγε η κυρία Αλέκα. Τα σχόλια προς τον Χρήστο ήταν παραπλήσια:

«Ο Χρήστος είναι αυτός;».

«Καλέ, πώς μεγάλωσε έτσι;».

«Κυρία Αλέκα, ο  εγγονός σου είναι αυτός;». «Ναι, καλέ». «Πώς μεγάλωσε…». «Είδες, έκανε και κοιλιά».

«Πόσο χρονών είναι τώρα;».

«Στη Θεσσαλονίκη δε βρίσκεται;».

«Γύρισε εδώ;».

Σχεδόν όλες οι ερωτήσεις για τον Χρήστο απευθύνονταν στην κυρία Αλέκα, παρότι ο Χρήστος βρισκόταν μπροστά, άκουγε τις κουβέντες κι ήταν απόλυτα ικανός να απαντήσει ο ίδιος στις ερωτήσεις τους.

Το σκηνικό συνεχιζόταν με την καλοπροαίρετη (όχι πάντοτε) ερώτηση. «Κι εγώ, πώς μπορώ να βοηθήσω; Έναν πάγκο έχω».

Εκεί, η κυρία Αλέκα έβαζε όλη τη μαεστρία της για να πείσει τους παραγωγούς και τους εμπόρους. Αν έβλεπε ότι ήταν διστακτικοί να βάλουν λεφτά στην παραγωγή, μ’ ένα σχόλιο ότι κάνουν λάθος κι ότι είναι σα να τους χαρίζουν δολάρια κι αυτοί να τα πετάνε στα σκουπίδια, έπιανε με μια γρήγορη κίνηση ένα προϊόν από τον πάγκο τους και τους εξηγούσε πόσο χρήσιμο θα μπορούσε να φανεί.

«Τα χαλιά σου, Βλαδίμηρε. Ξέρεις, θα χρειαστούμε χαλιά για το ντεκόρ».

«Τα παπούτσια που πουλάς, Φρόσω. Θα χρειαστούμε πολλά, σε διάφορα μεγέθη για τους ηθοποιούς».

«Οι καρέκλες σου, Θόδωρα. Τόσο μεγάλη παραγωγή και τόσος κόσμος που θα κάθεται; Χάμω;».

«Τα πορτοκάλια σου, Ανέστη. Θα κάνεις δωρεά πορτοκάλια σε όλο το καστ, για να έχουν βιταμίνες τα παιδιά και να μπορούν να είναι όλη μέρα στα γυρίσματα».

Κι η ερώτηση που ακολουθούσε, η ίδια. «Κυρία Αλέκα, να βοηθήσω, αλλά πώς εγώ θα βγάλω κέρδος;». Εκεί η κυρία Αλέκα γινόταν πιο επιθετική.

«Θα μπει το όνομά σου και το μαγαζί σου στους τίτλους αρχής».

«Τυφλή είσαι; Τι καλύτερη διαφήμιση από το να φοράν όλοι οι σταρ παπούτσια που θα τα ‘χεις χορηγήσει εσύ;».

«Θα βάλουμε τις καρέκλες και στα πλάνα μέσα στην ταινία».

«Από τα… πορτοκάλια, Ανέστη;».

«Ναι, τι κέρδος θα ‘χω, αν σας δίνω 10 καφάσια πορτοκάλια τη μέρα;».

Η κυρία Αλέκα δεν είχε εύκολη απάντηση. «Θα διαφημιστούν τα πορτοκάλια σου στην περιοχή», είπε τελικά. Ο Ανέστης, όμως, δε φάνηκε να ικανοποιείται. Καθώς σκούπιζε μ’ ένα κομμάτι πανί ένα ένα τα πορτοκάλια του για να γυαλίζουν, έκανε μια αντιπρόταση.

«Θα μπορούσα να εμφανίζομαι στην ταινία και να προσφέρω ένα πορτοκάλι στην πρωταγωνίστρια, που θα περνούσε από ‘δω να ψωνίσει. Και τότε θα μου χαμογελούσε και θα μου ‘λεγε με σπαστά ελληνικά ω, κύριε, είστε τόσο καλός. Κι εγώ θα έπιανα το πορτοκάλι μαζί με το χέρι της και θα…».

Ο Χρήστος όλη αυτήν την ώρα ένιωθε άβολα για τον χώρο που παραχωρούσε στη γιαγιά του. Το ενδυματολογικό “έκλεισε” ξαφνικά σε μια πωλήτρια ρούχων της λαϊκής. Τώρα, ο Ανέστης έβρισκε την ευκαιρία όχι να διαφημιστεί, αλλά να πραγματοποιήσει μια φαντασίωσή του! Το καταλάβαινε αυτό ο Χρήστος. Όταν ο Ανέστης τελείωσε την περιγραφή της σκηνής με τον ίδιο ως πρωταγωνιστή δίπλα στη… Μόνικα Μπελούτσι – όπως φανταζόταν την πρωταγωνίστρια – κοίταζε μία την κυρία Αλέκα, μία τον Χρήστο, περιμένοντας μια απάντηση.

«Τι λες, Χρηστάκη», ρώτησε η κυρία Αλέκα, έχοντας πλέξει από πριν τα δάχτυλα, σα να παρακαλούσε τον Ανέστη να τελειώσει ή σα να παρακαλούσε τον Χρήστο να δεχθεί.

Ο Χρήστος χαμογέλασε ειρωνικά. Στο μυαλό του ξετυλίχθηκε μια άλλη κινηματογραφική σκηνή: να παίρνει ένα πορτοκάλι, να το ξεφλουδίζει, να το ρίχνει κάτω και να το λιώνει με το παπούτσι του. Σαστισμένοι θα κοιτούσαν κι ο Ανέστης κι η γιαγιά του, ενώ ο περαστικός κόσμος θα σταματούσε και θα σχημάτιζε ένα ημικύκλιο γύρω του. Τότε, ο Χρήστος θα έλεγε στον Ανέστη «fuck off» και θα ‘φευ…

«Τι λες, Χρηστάκη;», τον επανέφερε στην πραγματικότητα η γιαγιά του.

«Κοίτα», απάντησε σοβαρά, αλλά με το ίδιο χαμόγελο. Θα υπάρχει μια καταδρομική σκηνή με μηχανές. Θα μπορούσαν να περνούν μέσα από μια λαϊκή και μ’ έναν θεαματικό τρόπο να ρίχνουν τα καφάσια και τα πορτοκάλια σου. Θα σ’ άρεζε αυτό;».

Ο Ανέστης δεν μπόρεσε να καταλάβει αν υπήρχε κάποιος επιθετικός τόνος στα λόγια του Χρήστου. Το σκέφθηκε κι αφού διεκδίκησε ο ίδιος να εμφανίζεται στη σκηνή για τουλάχιστον πέντε δευτερόλεπτα, αντάλλαξε χειραψία, για να κλείσει η συμφωνία.

6

Πλέον είχαν διασχίσει όλη την Σωτ. Μάλλα και γυρνούσαν στο σπίτι. Η κυρία Αλέκα εμφανώς ικανοποιημένη που είχε κλείσει αμέτρητες συμφωνίες. Ο Χρήστος προβληματισμένος που έκανε τη μία παραχώρηση μετά την άλλη, από το ντεκόρ, στο οποίο δεν είχε σκεφθεί να βάλει χαλιά πουθενά, μέχρι τις έξτρα σκηνές που έπρεπε να βάλει για να ικανοποιήσει ονειροπόλους λαϊκατζήδες. Είχε εξουθενωθεί κι ήθελε απλώς να κοιμηθεί μέχρι το απόγευμα, όταν θα έπαιρνε το λεωφορείο της επιστροφής για τη Θεσσαλονίκη. Εκεί, θα χρειαζόταν να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά και να υποδεχθεί ένα επιτελείο του Υπουργείου Πολιτισμού που θα τον βοηθούσε με την επιλογή ηθοποιών, τα σκηνικά κι όλη την εκτέλεση της παραγωγής.

Όμως, η εμπειρία από την Καλλικράτεια δεν είχε λάβει τέλος. Σε λίγη ώρα χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. Ήταν ο ξάδελφος του Χρήστου που έκανε δουλειές με εικόνες του Αγίου Όρους και πλούσιους Ρώσους. Ζήτησε τον Χρήστο, αλλά αυτός έκανε νόημα στη γιαγιά του να μην του δώσει το τηλέφωνο.

«Πέτρο», του είπε η κυρία Αλέκα. «Έχει πέσει για ύπνο ο Χρήστος. Θες κάτι να του πω;».

«Ναι, ΓΙΑΓΙΑ! Έμαθα ότι θα γυρίσει ταινία, το θηρίο. Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα, ΓΙΑΓΙΑ!», συνήθιζε να φωνάζει το «γιαγιά», γιατί πίστευε ότι η κυρία Αλέκα είχε πρόβλημα βαρηκοΐας. Συνέχισε «πες του ότι μπορώ να του βρω χρηματοδότες για την ταινία του. Μιλάμε για χοντρό χρήμα, ΓΙΑΓΙΑ! Λεφτάδες Ρώσοι θα τα σκάσουν χοντρά. Μίλησα με κάποιους και θέλουν να συμβάλλουν. Ξέρεις, κι αυτοί ενδιαφέρονται για την ελληνορωσική φιλία, ε ΓΙΑΓΙΑ! Τόσα πετρέλαια έχουμε και θέλουνε να ‘ναι από κοντά! Α, επειδή έχουν άκρες με τον Σαββίδη, ξέρεις που έχει τον ΠΑΟΚ, ζήτησαν να υπάρχουν πλάνα από αγώνα του ΠΑΟΚ στην Τούμπα. Εύκολο, το κανονίζω αμέσως, πες του, ΓΙΑΓΙΑ! Α, για την αμοιβή μου θα το κανονίσουμε από κοντά. Οικογένεια είμαστε, θα τα βρούμε».

Όταν το έκλεισαν, η κυρία Αλέκα ρώτησε τον Χρήστο για ποιο λόγο δεν ήθελε να του μιλήσει. Ο Χρήστος της εξήγησε ότι έχουν να μιλήσουν πάνω από πέντε χρόνια. Είχαν βρεθεί στη Θεσσαλονίκη κι ο Πέτρος του έκανε πρόταση να ανοίξουν μαζί το πρώτο γραφείο του για τις εικόνες απ’ το Άγιο Όρος. Ο Χρήστος είχε αρνηθεί, η πίεση απ’ τον Πέτρο αυξήθηκε, ώσπου έφτασαν να αλληλοβρίζονται κι ο Πέτρος να κατηγορεί τον Χρήστο ότι είναι ένα «άθεο εβραιομασονικό σκουλήκι».

Η κυρία Αλέκα έμεινε με το στόμα ανοικτό. Πήγε στην κουζίνα της, να ετοιμάσει το φαγητό και ξαφνικά γύρισε και είπε: «πάντως, η συμφωνία με τους Ρώσους ακούγεται καλή…».

 _______________________________________

Σημείωμα του foivery προς τους αναγνώστες: Ο Χρήστος Ζαφείρης, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου (άραγε, γιατί κανένας δεν τον επιστρέφει στην αστυνομία, όπως με τα χαμένα πορτοφόλια;), δέχεται όλες τις προτάσεις που του κάνουν για την ταινία που θέλει να δημιουργήσει.

Εσύ, φίλε αναγνώστη, που στάθηκες πολύτιμος σύμβουλος στον Χρήστο, που στέκεις δίπλα του στην ιστορία, δικαιούσαι κι εσύ λοιπόν, να ζητήσεις μια χάρη. Δικαιούσαι κι εσύ (σαν άλλος ευεργέτης της ταινίας του) να προσθέσεις σκηνές, να διαφημίσεις μια (υποτιθέμενη) εταιρεία ή ένα (υποτιθέμενο) προϊόν (υποτιθέμενα, ε;) και να δώσεις τις πολύτιμες συμβουλές σου στον Χρήστο Ζαφείρη.

Προσοχή: οι προτάσεις σου, φίλε αναγνώστη, απευθύνονται στον Χρήστο Ζαφείρη (κι εγώ με τη σειρά μου θα τις μεταβιβάσω στον ίδιο) κι αφορούν το σενάριο και την πλοκή της ταινίας που θέλει να γυρίσει.

Τα σχόλιά σας θα γίνονται δεκτά στο wordpress ή στο facebook, αφού πρωτοκολληθούν, τις καθημερινές, ώρες γραφείου. Κυριακή κι αργίες κλειστά.

Μέσα στην επόμενη περίοδο ο Χρήστος Ζαφείρης οφείλει να ανανεώσει το παλιό του σενάριο και να το προσαρμόσει στις νέες απαιτήσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, των χρηματοδοτών του και φυσικά των δικών σας, που βρίσκετε σε αδυναμία έναν λογοτεχνικό ήρωα κι αμέσως να τον εκμεταλλευτείτε!!

Advertisements

5 thoughts on “Εσύ αποφασίζεις… (Μέρος δεύτερο) Το παζάρι της Χαλκιδικής

  1. Αν θες σου στέλνω στο fb ολόκληρη σεκάνς όπου ο Χρηστάκης κατεβαίνει με τον ΟΣΕ στην Αθήνα, για να συμμετάσχει σε meeting με τους σπόνσορες στο υπουργείο, στην πορεία συμφωνεί με κομπανία χίπηδων να του γράψουν το soundtrack α λα «Ασανσερ για δολοφόνους» (αφού δεν ξέρει τι μορφή θα πάρει, εν τέλει, το σενάριο-αν κατάλαβα καλά), συν μερικές περιγραφικές λεπτομέρειες της οδού Μπουμπουλίνας και των Εξαρχείων, όπου βρίσκεται το Υπουργείο και….το ξενοδοχείο της συμφοράς (ή ο γνωστός) όπου θα μείνει

  2. Λοιπόν αν και είναι Κυριακή σήμερα και δεν ξέρω κατά πόσον θα δεχτείτε την πρότασή μου εγώ θα την κάνω και αν θέλει ο Χρήστος ας μου κάνει την χάρη. Κατ’αρχάς διαφωνώ να δεχτεί την χρηματοδότηση των Ρώσων πάμπλουτων, αντιθέτως θα πρέπει να βασιστεί στις δικές του δυνάμεις και σε αυτές των κατοίκων της Καλλικράτειας.
    Η χάρη που θέλω να μου κάνει είτε αυτός είτε η γιαγιά του είναι, να ζητήσουν υποστήριξη από τους κατοίκους της ΒΑ Χαλκιδικής που αγωνίζονται κατά της εξόρυξης χρυσού και ο ίδιος φυσικά να αναδείξει το θέμα μέσα από την ταινία του…

  3. Εγώ πιστεύω θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ο Χρήστος να μπει στη διαδικασία να τα συμβιβάσει λίγο όλας μεταξύ τους αλλά στο τέλος μέσα από ευτράπελα (στα οποία εντάξει δεν μπορώ να αναφερθώ.. το αφήνω στην φαντασία σου) θα καταλήξει να στηριχτεί μόνο στους κατοίκους του χωριού.

  4. Κατ’ αρχήν σας ευχαριστώ για τη συμμετοχή σας, μιας και πυροδοτεί τις σκέψεις μου για τη συνέχεια του έργου.

    Είναι ένα μικρό πείραμα διαδραστικής γραφής και δοκιμάζω να δω την ανταπόκριση. Το γράφω αυτό για να εξηγήσω ότι το σημείωμα foivery προς τους αναγνώστες σ’ αυτό (το 2ο) μέρος δεν ήταν σαφές απ΄τη μεριά μου.

    Ήθελα να σας βάλω σε μια λογική να ζητήσετε απ’ τον ΧΡΗΣΤΟ (κι όχι από μένα), για το τι θα θέλατε να μπει στην ταινία (κι όχι για το πώς θα θέλατε να εξελιχθεί η ιστορία).

    Την πρόταση έπιασε η stavlebet, στη 2η παράγραφό της. Συμπεριλήφθηκε στο 3ο μέρος μ’ έναν ξεχωριστό τρόπο, αλλά αυτό το αίτημα έχει τη δική του ξεχωριστή εξέλιξη. Περισσότερα θα τα διαβάσετε μόνοι σας.

    Το νέο ερώτημα του 3ου μέρους (στα πλαίσια της διαδραστικής γραφής) είναι πιο σαφές κι ελπίζω να μου δώσετε νέα πνοή για τη συνέχεια!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s