Μια παράξενη ιστορία

Λογοτεχνικά… του foivery.

1

Θέλω να σας διηγηθώ μια ιστορία. Μια πολύ περίεργη και παράξενη ιστορία, που είναι δύσκολο να γίνει πιστευτή. Εγώ άμα τη διάβαζα, απλώς θα αρνούμουν να την πιστέψω. Ακόμα κι αν μου την διηγιόταν σαν προσωπικό βίωμα άνθρωπος που του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, πάλι θα δυσκολευόμουν να τη θεωρήσω αληθινή. Πρέπει να προσθέσω ότι για πολύ καιρό- μέχρι σήμερα- πίστευα ότι ήταν ένα πολύ ζωηρό όνειρο ή κάτι τέτοιο.

Κι όμως, πρόκειται για μια πέρα για πέρα αληθινή ιστορία. Κι αυτό το κατάλαβα πριν από λίγη ώρα. Γι’ αυτό αποφάσισα τώρα να σας διηγηθώ αυτήν την ιστορία κι ας με περάσετε για φαντασιόπληκτο! Ας πάρω τα πράγματα από την αρχή.

Το περασμένο καλοκαίρι αποφάσισα να πάω μόνος μου διακοπές στη Σαμοθράκη, για να ανανεωθώ. Επί τρεις μήνες είχα τα μαύρα μου τα χάλια, γιατί η πρώην κοπέλα μου με χώρισε και μάλιστα με άσχημο τρόπο. Με έπιασε να φιλιέμαι με τον καλύτερό της φίλο. Δεν το άντεξε. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι δεν έχει κανένα λόγο να τον ζηλεύει, μιας και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μου προσφέρει ό,τι έχει αυτός.

Αλλά δεν το κατάλαβε και με εκδικήθηκε. Μια βραδιά τον αποπλάνησε- ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω εγώ- και κοιμήθηκε μαζί του. Η σκρόφα! Το βιντεοσκόπησε και μού το έστειλε με το ταχυδρομείο. Είχε και σημείωμα. Έγραφε ότι δεν υπήρχε λόγος να ζηλεύω, μιας κι εγώ δεν μπορούσα σε καμία περίπτωση να του προσφέρω ό,τι είχε εκείνη.

Όπως καταλαβαίνετε, ήμουν σε μια δύσκολη ψυχολογική περίοδο. Πίτσες και κρέπες ήταν το φαγητό μου, μεσημέρι και βράδυ (πρωί δεν έτρωγα καν). Τα ρούχα μου κολλούσαν πάνω μου από τον ιδρώτα και την απλυσιά κι εγώ ούτε που τα άλλαζα. Ήμουν συνεχώς συνδεδεμένος στο facebook και δεν άφηνα φωτογραφία και βίντεο ασχολίαστο… Είχα καταρρεύσει.

Θα ήθελα να έλεγα ότι μια μέρα, το πήρα απόφαση και ξεσηκώθηκα. Θα ήθελα να έλεγα ότι είδα μια ταινία, διάβασα ένα βιβλίο, είδα μια θεατρική παράσταση και συνεπαρμένος αναφώνησα «φτάνει πια αυτή η κατάσταση». Όμως, η αλήθεια είναι διαφορετική. Χωμένος βαθιά στη μιζέρια μου, άρχισα να προβληματίζομαι όταν είδα μια ταινία μεν… πορνό δε. Είχε μια βασική πρωταγωνίστρια και πολλά- πάρα πολλά- εξωτερικά πλάνα από διαφορετικά μέρη και χώρες. Αναρωτιόμουν πόσο πολύ να είχαν ταξιδέψει όλα τα μέλη του επιτελείου. Το έκλεισα και συνέχισα να σκέφτομαι. Βγήκα στο μπαλκόνι κι ένιωσα πως ζούσα σε ένα κλειστό περιβάλλον. Ο γείτονας της απέναντι οικοδομής ήταν κι αυτός στο μπαλκόνι. Με είδε ανήσυχο και μου πρόσφερε ένα κουλουράκι του καφέ. Άπλωσα το χέρι μου και πήρα ένα. Βλέπετε, ζω στη Θεσσαλονίκη στο κέντρο της πόλης, το οποίο όταν το χτίζανε πριν 50 χρόνια, μάλλον δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι θα ζούσαν άνθρωποι εκεί. Ας όψεται η αντιπαροχή κι οι εθνικοί εργολάβοι.

Στο θέμα μου, όμως… Σκεφτόμουν, λοιπόν, να ταξιδεύω. Να γνωρίζω νέα μέρη, διαφορετικά. Είχε μπει και το καλοκαίρι, μ’ άρεζε κι η θάλασσα. Τελικά το πήρα απόφαση να πάω διακοπές. Να ‘ρθω σε επαφή με τη μάνα Φύση! Να πάω σε κάμπινγκ. Είχα ακούσει για τη Σαμοθράκη τα καλύτερα λόγια. Οι βάθρες της, ο κόσμος της, το φαγητό της. Μην τα πολυλογώ, ετοίμασα τα πράγματά μου και ξεκίνησα. Μόνος μου, για να βρω τον εαυτό μου. Στο κάτω κάτω, δεν είχα κι επιλογή να πάω με παρέα. Ήλπιζα οι νέες εικόνες που θα αντίκριζα να συνοδευόντουσαν κι από νέα πρόσωπα.

2

Μετά από αρκετές ώρες ταξίδι, έφτασα στο ελεύθερο κάμπινγκ της Σαμοθράκης. Βρήκα να στήσω τη σκηνή μου κι όταν είχα τελειώσει ήμουν ψόφιος στην κούραση. Ήθελα μόνο να κάνω ένα μπάνιο, να φάω κάτι και να κοιμηθώ. Την επομένη θα ξεκινούσαν οι πραγματικές μου διακοπές, με άλλη διάθεση κι άλλα πράγματα στο μυαλό μου.

Όταν ξύπνησα, πήγα να πάρω τον πρωινό μου καφέ στο κυλικείο. Εκεί έπιασα κουβέντα με έναν κατασκηνωτή, που χρόνια επισκέπτεται τη Σαμοθράκη. Θάνο τον έλεγαν κι ήταν ένας ψηλός, ξανθός με μπάσα φωνή. Μου μίλησε για τα μέρη που πρέπει οπωσδήποτε να δω. Μου έδωσε οδηγίες για το πώς θα πάω πού. Μου μίλησε για τις βάθρες του «Φονιά». Αποφάσισα να ‘ναι εκεί η πρώτη μου διαδρομή. Άρχισε να μου δίνει οδηγίες κι εγώ να σημειώνω σε ένα μικρό τετράδιο τσέπης. Παραξενεύτηκε, μάλλον, με την αντίδρασή μου, αλλά συνέχισε.

«Η διαδρομή είναι λίγο δύσκολη και θέλει προσοχή. Αν νομίζεις ότι δεν μπορείς να πας κάπου, μην το δοκιμάσεις. Πολύς κόσμος έχει χάσει τη ζωή του εδώ, γι’ αυτό τον λένε Φονιά. Δε χρειάζεται να φτάσεις μέχρι την κορυφή. Εγώ, που έρχομαι χρόνια εδώ, μια φορά έχω ανέβει, κι αυτή ήταν από τον άλλο δρόμο, που είναι πιο εύκολος. Μέχρι τη δεύτερη βάθρα φτάνεις, όλοι φτάνουν. Μετά χρειάζεσαι σχοινιά και να είσαι έμπειρος, οπότε μην πας παραπάνω. Στην πρώτη βάθρα έχει έναν μεγάλο καταρράκτη. Θα εκπλαγείς. Θα δεις. Μετά, όπως θα πηγαίνεις στη δεύτερη βάθρα, θα συναντήσεις ένα μνημείο για ένα παιδί που είχε πέσει στον γκρεμό. Εκεί να προσέχεις πάρα πολύ. Γι’ αυτό το βάλανε κιόλας, για να καταλαβαίνει ο κόσμος ότι είναι επικίνδυνα εκεί πάνω. Θα προσέχεις πάρα πολύ. Όπως θα ανεβαίνεις, μετά το μνημείο, θα έχεις στο μυαλό σου να πηγαίνεις όλο αριστερά. Σ’ ένα σημείο το μονοπάτι χωρίζει. Εσύ θα πας αριστερά. Αυτό να ‘χεις στο μυαλό σου. Η δεύτερη βάθρα είναι απόλαυση. Πισίνα κανονική. Εκεί έχει και κάτι μεγάλα βράχια, μπορείς να αράξεις προτού κατέβεις, γιατί μετά θα είσαι κουρασμένος…».

Κράτησα αρκετές σημειώσεις για να ανατρέξω, αλλά αυτό που μου έμεινε στο μυαλό ήταν να είμαι πολύ προσεχτικός και να μην κάνω ψευτοηρωισμούς. Τον ευχαρίστησα και ξεκίνησα το δρόμο μου.

Η διαδρομή ήταν πραγματικά υπέροχη. Το περιβάλλον ήταν μαγικό. Η παρέμβαση της Φύσης υπερίσχυε κατά πολύ αυτής του Ανθρώπου. Το χωριό γραφικό- αν και μύριζε «τουριστίλα»- και μετά όλο βουνό. Ούτε δρόμος δεν υπήρχε. Προσαρμοσμένοι στη φύση κι οι άνθρωποι. Νέος κόσμος, αγόρια και κορίτσια, με φρεσκάδα. Ήταν πραγματικά οξύμωρο, που όσο πλησίαζες τον «Φονιά», τόσο πιο πολύ «Ζωή» συναντούσες.

Ακόμα, όσο συνέχιζες τη διαδρομή σου, τόσο λιγότερα… ρούχα συναντούσες. Ήταν λίγο γραφικό, αλλά ήταν ωραίο. Σκέφτηκα πως έχει υπάρξει μια ενοχοποίηση του ανθρώπινου σώματος. Χαρακτηριστική είναι η στάση των «ανθρώπων της τηλεόρασης». Τα μέλη του ανθρώπινου σώματος πρέπει να τα αποκαλούν με το «επιστημονικό» τους όνομα, και πάλι με κάποιον δισταγμό. Ενώ, η εικόνα του ανθρώπινου σώματος είναι απαγορευμένη κατά τη διάρκεια της ημέρας. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα τα ΜΜΕ να μεταδίδουν ζωντανά εικόνες από τον βομβαρδισμό της Βαγδάτης ή να εμπορεύονται τον ανθρώπινο πόνο, αλλά το σώμα μας είναι γι’ αυτούς «προσβλητικό».

Έφτασα στην πρώτη βάθρα. Μεγάλες πλάκες βράχων, που όσο τις χτυπούσε ο ήλιος, έκαιγαν κι ήταν ιδανικές για να… στεγνώσεις γρήγορα! Τα νερά συγκεντρωμένα μπροστά σου. Βουτούσες, κολυμπούσες και τότε καταλάβαινες! Πίσω από έναν βράχο, ένας καταρράκτης 10 μέτρων έπεφτε μέσα στη μικρή λιμνούλα. Μπορούσες να σταθείς ακριβώς κάτω από τον καταρράκτη και να νιώσεις την ορμή του νερού να χτυπάει την πλάτη σου. Ήταν απόλαυση. Ένιωθα πολύ όμορφα που βρισκόμουν εκεί, μακριά από σκοτούρες, έγνοιες και προβλήματα. Ήμουν σα μικρό παιδί. Τα χέρια μου είχαν μουλιάσει από το πολύ νερό. Προτού συνεχίσω να ανεβαίνω, έκατσα κι εγώ στα βράχια να στεγνώσω.

Λίγο μετά την πρώτη βάθρα, είδα το μνημείο του νεκρού ορειβάτη. Στάθηκα ένα λεπτό μπροστά, ως ελάχιστος φόρος τιμής σ’ έναν νεαρό που έχασε τόσο γρήγορα κι απροσδόκητα τη ζωή του. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Τρόμαξα λίγο και για τη δική μου ασφάλεια, αλλά συνέχισα. Όσο ανέβαινα κι έβλεπα τον καταρράκτη στον οποίον ήμουν προηγουμένως, με έπιανε ίλιγγος. Το μονοπάτι, όμως, μπορούσα να το διαβώ. Έφτασα σ’ ένα σημείο όπου ο δρόμος χώριζε. Έστριψα αριστερά. Η πλαγιά ήταν πολύ απότομη και μετά βίας προχωρούσα. Εκεί τα χρειάστηκα, η αλήθεια είναι. Σκέφτηκα μήπως να δοκιμάσω τον άλλο δρόμο, όμως, θα ήταν ακόμα πιο δύσκολος. «Αφού όλοι έρχονται από εδώ, γιατί να μην μπορώ να συνεχίσω. Στο κάτω κάτω, μού είπαν ότι θέλει πολύ προσοχή».

Αυτά σκέφτηκα και πήγα να συνεχίσω. Το έδαφος, όμως, ήταν πολύ σαθρό. Το πόδι μου γλίστρησε, άρπαξα ένα κλωνάρι, αλλά ήταν πολύ αδύναμο για να με συγκρατήσει. Έχασα την ισορροπία μου και πλέον κατρακυλούσα στην πλαγιά. Δεν υπήρχε κανένας να με δει και να αντιδράσει. Πέρα από την πλαγιά δεν ήξερα αν ήταν απότομος ο γκρεμός. Πέρασε από το μυαλό μου ο νεαρός που έχασε τη ζωή του και σκέφτηκα ότι κάπως έτσι θα έπεφτε κι αυτός. Δεν μπορούσα να κρατηθώ από πουθενά ούτε να φωνάξω. Καθώς έφτασα στην άκρη της πλαγιάς, το σώμα μου γύρισε κι είδα τη θέα. Βουνό όλο πράσινο με γαλάζιες λωρίδες από τα ποτάμια. Ήταν όμορφο. Αλλά εγώ έπεφτα κάτω στον γκρεμό. Κι αφέθηκα…

3

Από ‘δω κι ύστερα, η ιστορία μου αποκτά μια παράξενη τροπή. Όταν σηκώθηκα, είχε νυχτώσει κι είχε ομίχλη, και μάλιστα, αυτήν την ενοχλητική ομίχλη που βρίσκεται συνεχώς κάτω στα πόδια σου. Δεξιά κι αριστερά μου κόσμος πολύς, που πήγαινε- δεν ερχόταν, μόνο πήγαινε. Άνδρες και γυναίκες. Διαφορετικές ηλικίες. Σα να πήγαιναν σε κάποιο πανηγύρι, ή σε κάποια συγκέντρωση. Υπήρχε ένα χαμηλόφωνο βουητό και μια πένθιμη διάθεση. Σηκώθηκα κι εγώ. Ήμουν καλά. Δεν ρώτησα κανέναν για το πού βρισκόμαστε και πού πάμε. Ίσως, φοβόμουνα την απάντηση. Ακολούθησα το πλήθος.

Μετά από λίγο, φτάσαμε σε ένα λιμανάκι. Είχε μόνο ένα πλοίο. Η πόρτα του ήταν κατεβασμένη και φόρτωνε μόνο ανθρώπους. Όχι αυτοκίνητα ή φορτηγά. Ούτε εμπορεύματα. Μόνο ανθρώπους. Υπήρχαν και κάποιοι άλλοι, που δεν έμοιαζαν με τους υπόλοιπους. Φορούσαν μαύρα ριχτά ρούχα κι έδιναν οδηγίες για την επιβίβαση- αποβίβαση δεν είχε. Σταμάτησα μπροστά σε έναν από αυτούς κι αμήχανα, αφού στραβοκατάπια, ρώτησα:

-«Για πού πάει;».

-«Μπες μέσα γρήγορα. Άκουσε ‘κει… ‘Για πού πάει’».

-«Εγώ δεν έχω εισιτήριο», απάντησα με την ελπίδα να αλλάξει γνώμη.

-«Όλοι έχουν», μου απάντησε κι άρχισε να γελάει.

Μπήκα, λοιπόν, μέσα. Φοβόμουν κι έλεγα ότι είναι ένα κακό όνειρο κι ότι σύντομα θα ξυπνήσω. Το πλοίο είχε ξεκινήσει και μετά βίας συγκρατούσα τα δάκρυά μου. Δεν έκανα ερωτήσεις, γιατί με βασάνιζαν οι πιθανές απαντήσεις. Ο κόσμος συνέχιζε να ‘ναι ήρεμος. Κάποιοι μάλιστα έκαναν πηγαδάκια και κουβέντιαζαν. Αν ήταν διαφορετικό το σκηνικό, θα νόμιζε κανείς ότι πηγαίναμε διακοπές στο Αιγαίο. Κάποιοι άλλοι- όπως κι εγώ- ήμασταν πολλοί σκεφτικοί κι ατενίζαμε τη θάλασσα.

Εκείνη τη στιγμή άκουσα μια φωνή να μου μιλά.

-«Γειά σου, Άκη». Η φωνή του είχε μια οικειότητα. Γύρισα κι αντίκρισα έναν άνδρα, κοντά στα 40, αλλά επειδή ήταν σκοτεινό το μέρος και φορούσε μια φαρδιά κουκούλα, δεν τον αναγνώρισα.

-«Με ξέρεις;».

-«Όλους σας ξέρω», μου απάντησε. Έμεινα για λίγο σιωπηλός.

-«Ποιος είσαι;».

-«Πολλοί με αποκαλούν Χάρο». Έσφιξα τα χείλη μου και κούνησα το κεφάλι μου πάνω κάτω, για να δείξω ότι τον αναγνωρίζω. Μου πρότεινε να κάνουμε μια βόλτα στο κατάστρωμα και με αγκάλιασε από τον ώμο. «Ξέρεις γιατί είσαι εδώ;», με ρώτησε μ’ ένα χαμόγελο για να με καθησυχάσει. Εγώ άρχισα να τραυλίζω. Να του εξηγώ πώς έπεσα στην πλαγιά κι ότι δεν ήταν δικό μου φταίξιμο, αλλά ότι το έδαφος ήταν σαθρό κλπ.

-«Από αριστερά πήγες;».

-«Ε; Τι εννοείς;».

-«Στη διχάλα, για τη δεύτερη βάθρα του Φονιά. Πήγες από αριστερά ή από δεξιά;». Έψαξα στο τετραδιάκι μου.

-«Από αριστερά. Έτσι μού ‘παν», απάντησα. Μού φάνηκε πως δυσανασχέτησε.

-«Θα ‘πρεπε να βάλουν μια ταμπέλα σε εκείνο το καταραμένο σημείο. Από δεξιά έπρεπε να πας». Με είδε που είχα μείνει με τα μάτια ορθάνοιχτα, μην μπορώντας να συνειδητοποιήσω ότι σκοτώθηκα από λάθος οδηγίες! «Μην ανησυχείς», συνέχισε, «θα γυρίσεις. Δεν έχεις πεθάνει ακόμα».

Τα σοκ για μένα ήταν αλλεπάλληλα και είχα κοκαλώσει. Ενώ είχα ακούσει την πιο ευχάριστη είδηση σ’ όλη μου τη ζωή (και στο θάνατό μου), την είδηση που θα ήθελε να ακούσει ο καθένας κι η καθεμιά που βρισκόταν πάνω στο πλοίο, εγώ το μόνο που βρήκα να πω ήταν «από δεξιά…;».

Με σταμάτησε, για να με ηρεμήσει. Ενδεχομένως και να διασκέδαζε μαζί μου. Τώρα βρισκόμασταν στην άλλη μεριά του καταστρώματος κι απέναντί μας είχαμε ένα ολόγιομο φεγγάρι, που έκανε τη νύχτα μέρα. Ο Χάρος έβγαλε την κουκούλα του και τώρα μπορούσα να τον δω πολύ πιο καθαρά. Δεν ήταν αποκρουστικός, όπως θα τον περίμενα. Ήταν φιλικός και γοητευτικός. Για την ακρίβεια μού θύμιζε τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο στο TheGreatGatsby.

-«Δηλαδή, δεν είμαι νεκρός;», ρώτησα αφού ηρέμησα.

-«Όχι», μου απάντησε.

-«Κι όλοι οι υπόλοιποι;».

-«Αυτοί είναι, όλοι τους». Δεν καταλάβαινα. «Κοίτα, αγόρι μου, εσύ θα επιστρέψεις στην κανονική σου ζωή. Θα μπορούσα να ‘χα ενημερώσει ότι δεν είσαι για ‘δω, αλλά είχα ελεύθερο χρόνο κι ήθελα λίγη παρέα στο δρομολόγιο».

-«Λίγη παρέα; Κι όλοι αυτοί;», ρώτησα δείχνοντας με το βλέμμα μου το πλήθος στο κατάστρωμα. Έσμιξε τα φρύδια του και στηρίχθηκε με τους αγκώνες και την πλάτη του στα κάγκελα.

-«Δεν είναι καλή παρέα όλοι αυτοί. Κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν πού βρίσκονται. Κοίτα τους. Κοίτα τους. Αυτός εκεί», μου είπε ψιθυριστά καθώς μου έδειχνε έναν που καθόταν σε ένα παγκάκι, «περιμένει ακόμα μήνυμα από την πρώην του, γιατί της έστειλε χρόνια πολλά και δεν πήρε απάντηση. Ξέρεις πώς πέθανε;».

-«Πώς;».

-«Τσέκαρε το τηλέφωνό του να δει αν έχει λάβει μήνυμα την ώρα που οδηγούσε. Από το αντίθετο ρεύμα έφυγε ένα αυτοκίνητο κι έπεσε πάνω του. Θα μπορούσε να το ‘χει αποφύγει, αν ήταν πιο προσεκτικός. Αλλά δε με εκνευρίζουν τα ατυχήματα, με εκνευρίζει που αυτός ακόμα περιμένει μήνυμα στο κινητό του». Τότε σήκωσε το σώμα του και φώναξε δυνατά: «Ξέχνα την! Εκεί που πας δεν έχει σήμα για να σου στείλει μήνυμα». Ο νεκρός γύρισε τον κοίταξε, έμεινε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα και ξαναστράφηκε στο κινητό του.

-«Μέχρι να σου πω ότι δεν έχεις πεθάνει, κι εσύ με φοβόσουν», είπε επιστρέφοντας στην προηγούμενή του στάση. Ντράπηκα, γιατί είχε δίκιο. Δεν υπήρχε, όμως, λόγος να πω ψέματα ή να προσπαθήσω να το αποφύγω.

-«Αλήθεια είναι. Ξέρεις, έχουμε ακούσει τόσα για σένα και κανείς δε θέλει να σε συναντήσει πριν την ώρα του». Γύρισε απότομα και με κοίταξε σα να ‘χα πει μια κοτσάνα.

-«Αγόρι μου, κανείς δε θέλει να φύγει, ακόμα κι όταν έχει έρθει η ώρα του. Ειδικά οι νέοι έχουν την αίσθηση ότι η δική τους ώρα θα έρθει μετά από πολλά πολλά χρόνια. Τόσα που δε θα έχει πια καμία σημασία. Κι όταν έρχεται εκείνη η ώρα, ακόμα κι αυτοί που τους έχω ξεχάσει, όλο παραπονιούνται και ζητούν κι άλλο χρόνο, γιατί δεν πρόλαβαν. Γιατί δεν πρόλαβαν να κάνουν όλα αυτά που θέλανε. Γιατί δεν πρόλαβαν να κάνουν αυτά που ονειρευόντουσαν. Γιατί δεν πρόλαβαν να κάνουν αυτά που είχαν αναβάλλει για αργότερα».

Μείναμε σιωπηλοί. Τώρα γύρισε το σώμα του, έγειρε το κορμί του πάνω στα κάγκελα και κοιτούσε μία τη σκοτεινή θάλασσα, μία το χλωμό φεγγάρι. Εγώ αντέγραφα κι ακολουθούσα τις κινήσεις του.

-«Είναι πολύ άσχημο πράγμα να πρέπει να κάνεις αυτή τη δουλειά. Ακόμα δεν το έχω συνηθίσει. Γι’ αυτό καμιά φορά ξεσπάω κι έχω την ανάγκη να μιλήσω με κάποιον χαλαρά, σαν άνθρωπος, σαν ίσος προς ίσο, κι όχι σαν Χάρος προς νεκρό». Αισθάνθηκα ότι έπρεπε να τον παρηγορήσω, αλλά ήμουν πολύ διστακτικός.

-«Νόμιζα ότι κανείς δεν επιστρέφει στη ζωή, άμα σε συναντήσει».

-«Μία στο τόσο παίρνω κάποιους μαζί μου και τους αφήνω να επιστρέψουν. Υπάρχει και μία χρησιμότητα, πέρα από την καλή παρέα. Διατηρώ τον θρύλο μου ζωντανό».

-«Παρακαλώ;».

Χαμογέλασε.

-«Αν δεν το έκανα αυτό, τότε κανένας δε θα γνώριζε για μένα. Ενώ τώρα υπάρχουν ένα σωρό θρύλοι κι ιστορίες, άλλες αληθινές άλλες ψεύτικες, γύρω από το όνομά μου. Κάποιοι έχουν κάνει καριέρα, διηγώντας παραμύθια ότι με κέρδισαν ή με ξεγέλασαν». Σήκωσε τα φρύδια του, με κοίταξε και συνέχισε «θα υπάρχουν κι αυτά».

-«Και εμένα γιατί μου τη χάρισες; Έχεις κάποιο κριτήριο ή επιλέγεις στην τύχη;».

-«Α, όχι, δε σου τη χάρισα. Εσύ δεν πέθανες ακόμα. Κόντεψες, αλλά δεν πέθανες. Όπως σου είπα, είχα λίγο χρόνο και μιας και βρέθηκες κατά ‘δω, είπα να σε πάρω μαζί μου για το δρομολόγιο. Γι’ αυτό, όταν θα επιστρέψεις, κάνε μου τη χάρη να γράψεις κάτι για μένα. Κάτι ρεαλιστικό, όμως, μην γράψεις ότι μονομαχήσαμε κλπ. Κανείς δε θα πιστέψει ότι τα έβαλες μαζί μου κι ότι με κέρδισες. Δε φαίνεσαι ούτε τόσο δυνατός ούτε τόσο έξυπνος».

Προς στιγμήν θίχτηκα. Ήμουν έτοιμος να διαμαρτυρηθώ. Ο Χάρος γύρισε, μου έδωσε ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη και μου ‘πε να μη με παίρνει από κάτω κι ότι ο τελευταίος που θα ‘πρεπε να στεναχωριέται πάνω στο πλοίο, ήμουνα εγώ. Αυτό του άρεσε ακόμα περισσότερο και γέλασε πιο δυνατά.

Έβγαλε από την τσέπη του ένα iphone. Εντυπωσιάστηκα και χαμογέλασα για πρώτη φορά από τη στιγμή που βρέθηκα εκεί. «Μου κάνεις πλάκα τώρα, ε; Εγώ τέτοιο ούτε που έχω αγγίξει».

-«Δεν το έχω για παιχνίδια. Είναι πραγματικά πολύ χρήσιμο εργαλείο. Ο Στιβ Τζομπς μού έμαθε πώς να το χρησιμοποιώ». Δε με κάλυψε η απάντησή του και συνέχισε σα να δικαιολογείται. «Παλιότερα η δουλειά ήταν πολύ πιο εύκολη. Άλλες οι απαιτήσεις, ήξερες ποιες εποχές περίμενες κόσμο, συνήθιζες. Υπήρχαν, βέβαια, κάποιες περίοδοι που ξεσκιστήκαμε στη δουλειά, όπως τότε με την πανούκλα. Σήμερα που ο πληθυσμός φτάνει τα 6 δισεκατομμύρια, οι νεκροί που έρχονται έχουν αυξηθεί σε αριθμό. Οι γραφειοκρατικές μας μέθοδοι ήταν απαρχαιωμένοι και πρέπει πάντα να προσαρμοζόμαστε για την όσο το δυνατόν πιο γρήγορη και ξεκούραστη εξυπηρέτηση. Ποτέ δεν ξέρεις αν θα ξεπεταχτεί κάποιος με νέα κεφάλαια και τεχνολογίες και σου μπει σφήνα στην αγορά. Έτσι, λοιπόν, από τον 20ο αιώνα και τους παγκόσμιους πολέμους, που μας δημιούργησαν ασφυκτική πίεση, έπρεπε συνεχώς να αναβαθμίζουμε τις υποδομές μας. Ανώνυμοι κι επώνυμοι πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους, γιατί εμείς δε σκαμπάζαμε μία. Άλλοι εθελοντικά, άλλοι με το αζημίωτο.

-«Με το αζημίωτο; Με τι αντάλλαγμα, δηλαδή; Να επιστρέψουν στη ζωή;».

-«Μακάρι να μας ζητούσαν αυτό, θα ήταν εύκολο να το δώσουμε και θα ‘χαμε ξεμπερδέψει. Έλα, όμως, που κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ήμασταν αναγκασμένοι να συμφωνήσουμε με όποιον τρελό όρο μας έθετε ο καθένας. Έτσι, κλείσαμε μια οικονομικά δυσβάσταχτη συμφωνία με την IBM, που μας δεσμεύει για τους επόμενους εφτά αιώνες». Είχα μείνει με το στόμα ανοικτό.

-«Ήξερα ότι η IBM είχε συνεργαστεί με τους Ναζί, αλλά αυτό ξεπερνάει κάθε φαντασία».

-«Ξέρεις τι λέει ένας φίλος μου, ο Λένιν; Ότι ο καπιταλισμός αναζητά διαρκώς νέες αγορές και φθάνει στο ανώτερό του στάδιο, τον ιμπεριαλισμό, ξεπερνώντας τα εθνικά σύνορα και κατακτώντας την αγορά με οικονομικά και πολεμικά μέσα. Μετά από αυτό έγραψε για το πώς ο ιμπεριαλισμός φθάνει να κατακτήσει ακόμα και τη μεταφυσική αγορά». Είχα μείνει άναυδος με όλες αυτές τις πληροφορίες. «Παρεμπιπτόντως», συνέχισε, «μου λένε ότι μου μοιάζει».

-«Ο ιμπεριαλισμός εννοείς;».

-«Όχι. Ο Λένιν». Γύρισε το κεφάλι του για να τον δω πιο καθαρά. Κοίταξα και τις δύο μεριές του προσώπου του κι όντως, πρόσεξα μια ομοιότητα.

-«Έτσι όπως σε βλέπω εγώ, σε βλέπουν όλοι;», τον ρώτησα.

-«Ναι, γιατί;».

-«Λέω μήπως έχεις διάφορες όψεις κι ο καθένας σε βλέπει διαφορετικά από τον άλλο».

-«Όχι. Οι μορφές που μου αποδίδονται έχουν να κάνουν είτε με συνειδητά ψεύδη είτε με παρεξηγήσεις».

-«Παρεξηγήσεις;», επανέλαβα.

-«Ναι, νομίζουν ότι εγώ είμαι αυτός που τους παίρνει τη ζωή κι ότι είναι στο χέρι μου αν θα τους αφήσω να ζήσουν ή αν θα πεθάνουν. Νομίζουν ότι το χαίρομαι, κιόλας, κι ότι είμαι αδίστακτος. Εντάξει, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να έχω φερθεί σκληρά, αλλά πρέπει να σκεφτείς ότι υπάρχει συνεχής πίεση και φόρτος εργασίας. Έτσι, πολλές φορές με παρουσιάζουν σαν τέρας ή σαν το αντίθετο της ζωής. Αυτό με λυπεί περισσότερο. Με βλέπουν σαν το αντίθετο της ζωής. Σαν αυτόν που έρχεται σε σύγκρουση με τη ζωή. Αλλά δεν είναι έτσι. Ξέρεις τι λέω εγώ; Ότι είναι τα αντίθετα εκείνα που οριοθετούν και δίνουν περιεχόμενο στην ουσία. Είναι το μαύρο εκείνο που τονίζει το λευκό, αν το περιβάλλει. Είναι ο τοίχος εκείνος που δίνει τα όρια ενός δωματίου. Δε θα έπρεπε να με φοβούνται εμένα και τον θάνατο. Θα έπρεπε στη γνώση τους ότι υπάρχει ο θάνατος, να νιώσουν τη ζωή τους. Στη γνώση τους ότι υπάρχει το τέλος της διαδρομής, να απολαύσουν την ίδια τη διαδρομή».

Είχα σκύψει το κεφάλι κι έβλεπα τη σκοτεινή θάλασσα. Ήμουν προβληματισμένος με αυτά που μου έλεγε. Σκεφτόμουν την προηγούμενη περίοδο που ζούσα μέσα στην απόγνωση και τη βαρεμάρα.

-«Αυτά δεν μπορώ να τα πω σε κάποιον που έχει ήδη πεθάνει. Μπορεί να συμφωνεί απόλυτα μαζί μου, αλλά πλέον δεν υπάρχει κανένα αντίκρισμα».

-«Νόμιζα ότι τα λες απλώς για να ξεθυμάνεις».

-«Σου λέω ότι δεν έχω συνηθίσει ακόμα σ’ αυτή τη δουλειά. Έχει και τα καλά της και την πλάκα της καμιά φορά, αλλά υπάρχουν πράγματα που δεν τα αντέχω ούτε εγώ και δεν έχω απαντήσεις σε αυτούς που πρέπει να πάρω μαζί μου».

-«Δηλαδή;».

-«Δηλαδή, όταν πρέπει να πάρω νεαρά παιδιά. Πρόσεξε, για τα μωρά δε με πειράζει τόσο, γιατί δεν έχουν προλάβει να καταλάβουν τι είναι η ζωή. Αλλά για παιδιά 15, 18, 20 χρονών. Εκεί τι να πεις σε ένα παιδί, που μόλις είναι έτοιμο να ξεκινήσει να υλοποιεί τα όνειρά του και το στέλνουν στον πόλεμο και σκοτώνεται; Ή έχει ένα ατύχημα; Ή μια ίωση; Ίσως σου ακούγονται πολύ κλισέ αυτά που λέω, αλλά αν τα ζήσεις, θα με καταλάβεις».

-«Όχι, όχι… συνέχισε».

-«Υπάρχει κι άλλη μια κατηγορία νεκρών, που σφίγγεται η καρδιά μου».

-«Ποια είναι», τον ρώτησα με αγωνία. Αναστέναξε.

-«Είναι αυτοί οι άνθρωποι μιας κάποιας ηλικίας, που δεν έχουν να διηγηθούν τίποτα για αυτά που έζησαν, αλλά που δε σταματούν να μιλάνε γι’ αυτά που θα ‘θελαν να ζήσουν. Για τα όνειρά τους. Λες και δεν ήξεραν…».

-«Μάλιστα», είπα. Ξεροκατάπια. Ο νους μου άρχισε να τρέχει όχι σε μέρη, μα σε καταστάσεις που είχα ζήσει κι είχα συμπεριφερθεί διαφορετικά απ’ ό,τι ήθελα. Σε περιπτώσεις που είχα την ευκαιρία να δράσω ή να αντιδράσω, αλλά ολιγώρησα. Σε καταστάσεις που ανέβαλλα τα σχέδιά μου για χαζούς λόγους και για μεγάλο χρονικό διάστημα και στο τέλος τα εγκατέλειπα τελείως. Σε ανθρώπους που ποτέ δε γνώρισα. Σε άλλους που ποτέ δεν έμαθα την προσωπική τους ιστορία και δε μοιράστηκα τον πόνο και τη χαρά μαζί τους.

Ο Χάρος πρέπει να με είδε σκεφτικό και να κατάλαβε. Με άφησε στις σκέψεις μου και δε με διέκοψε. Σε λίγη ώρα το πλοίο έφτανε στον προορισμό του κι ο Χάρος έπρεπε να λείψει, για να κυλήσουν όλα ομαλά. «Θα σε δω κάτω», μου είπε, κι έφυγε. Μπήκα κι εγώ στην ουρά και κατέβηκα από το πλοίο. Στάθηκα σε μια γωνιά και περίμενα να αποχωρήσουν όλοι. Κανένας από τους μαυροφορεμένους που έδιναν οδηγίες στο πλήθος δε με ενόχλησε. Ενδεχομένως, να με είχαν δει προηγουμένως να μιλώ με τον Χάρο ή να είχαν ενημερωθεί ότι η δική μου ώρα δεν ήταν τώρα. Το σκέφτηκα αυτό και μου πέρασε από το μυαλό να ρωτήσω τον Χάρο πότε θα ‘ρθει η ώρα μου. Αμέσως, όμως, άλλαξα γνώμη, γιατί δε νομίζω να υπήρχε περίπτωση να μου απαντήσει. Ακόμα κι αν μου έδινε μια ξεκάθαρη ημερομηνία, δεν ξέρω αν θα λειτουργούσε θετικά για μένα. Ίσως έχει δίκιο ο Χάρος που έλεγε ότι τα αντίθετα είναι αυτά που κάνουν πιο ξεκάθαρο το περιεχόμενο και την ουσία, αλλά αν μου έλεγε και ποια μέρα θα πεθάνω, τότε θα καθόριζα ολόκληρη τη ζωή μου γύρω από αυτήν την ημερομηνία κι ενδεχομένως να έπεφτα σε μια οδύνη σε κάθε επέτειο και να ‘κανα «του θανάτου μου γεννέθλια». Κάθισα σ’ ένα παγκάκι και περίμενα.

Σε λίγη ώρα, αφού είχαν φύγει όλοι, ήρθε και με βρήκε ο Χάρος. «Ήρθε η ώρα να επιστρέψεις», μου είπε. Χαμογέλασα και συγκινήθηκα.

-«Σ’ ευχαριστώ για τη βόλτα, ήταν πολύ ωραία διαδρομή», του απάντησα. «Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη;», συνέχισα. «Μπορώ να επισκεφθώ κάποιον; Έστω και για πολύ λίγο;».

-«Αυτό δε γίνεται. Κάποιες φορές είχα δώσει αυτή τη δυνατότητα σε κάποιους επιφανείς ανθρώπους, αλλά το μετάνιωσα μετά από λίγο».

-«Καταλαβαίνω», είπα και χαμήλωσα το κεφάλι μου. Ίσως και να βούρκωσα.

-«Μπορείς, όμως», συνέχισε, μαλακώνοντας τη φωνή του, «να γράψεις ένα γράμμα και να του το δώσω εγώ». Με είδε που χάρηκα και χαμογέλασε κι αυτός μαζί μου. Μου έδωσε χαρτί και στυλό και ξεκίνησα να γράφω με καθαρά γράμματα.

-«Έτοιμο», του είπα διπλώνοντάς το.

-«Ενάμιση ευρώ για τα γραμματόσημα».

-«Τι πράγμα;», ρώτησα με έκπληξη.

-«Σου εξήγησα ότι ακόμα πληρώνουμε δόσεις από παλιότερες συμφωνίες με ιδιώτες και γι’ αυτό δεν μπορούμε να παρέχουμε υπηρεσίες δωρεάν».

-«Και μετακυλίετε το κόστος στους πολλούς, ε;». Έψαξα τις τσέπες μου κι ό,τι ψηλά βρήκα του τα έδωσα. Έβαλα το γράμμα στο φάκελο, κόλλησα τα γραμματόσημα και του το έδωσα.

-«Για ποιον είναι;».

-«Για τον πατέρα μου, Νίκο Σταυρόπουλο».

Έβαλε το γράμμα στην τσέπη του. Μου έσφιξε το χέρι μου και μου ‘πιασε το σβέρκο.

-«Ευχαριστώ για την παρέα. Εύχομαι την επόμενη φορά που θα βρεθούμε να ‘χεις ωραία πράγματα να μου πεις». Μ’ έφερε στην αγκαλιά του και μου χτύπησε την πλάτη. Στη συνέχεια, φόρεσε την κουκούλα του κι έφυγε.

Εγώ δεν έπαιρνα τα μάτια μου από πάνω του μέχρι να χαθεί από το οπτικό μου πεδίο και μετά κάθισα πάλι στο παγκάκι, ατένιζα τη μαύρη θάλασσα και περίμενα. Κάποια στιγμή τα πάντα γύρω μου άρχισαν να σβήνουν και μαζί τους έσβηνα κι εγώ.

4

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, βρισκόμουν ξαπλωμένος σε μια πρασινάδα κι όλο μου το κορμί πονούσε. Είχα σπάσει το δεξί μου χέρι κι είχα μια πληγή στο κεφάλι. «Όνειρο ήταν;», αναρωτήθηκα. Με τα πολλά, κατάφερα να σηκωθώ. Έκανα δύο βήματα και βρέθηκα σε μια απομονωμένη βάθρα, που δεν την είχα προσέξει καθόλου. Υπήρχε μια παρέα τεσσάρων ατόμων, που δεν έδειξαν να συγκινούνται ιδιαίτερα από την ξαφνική μου εμφάνιση. Τότε πρόσεξα ότι η ατμόσφαιρα μύριζε σα λιβάνι. Είδα και τους τέσσερις που βρισκόντουσαν σε μια κατάσταση νιρβάνας. «Ίσως γι’ αυτό να είδα αυτό το όνειρο», σκέφτηκα. Ρώτησα τα παιδιά από πού πρέπει να πάω για να επιστρέψω κι ύστερα από πολλές προσπάθειες κατάφερα να πάρω τις πληροφορίες που χρειαζόμουν.

Καθώς επέστρεφα, είχα την αίσθηση ότι δεν είχα περάσει από εκείνα τα μέρη προηγουμένως. Λόγω της κατάστασής μου, όμως, ήταν το τελευταίο πράγμα που με απασχολούσε. Μετά από λίγη ώρα είδα μια βάθρα, στην οποία ήταν συγκεντρωμένος αρκετός κόσμος. Πλησίασα προς τα εκεί, με την ελπίδα ότι από εκεί θα είναι κι ο δρόμος για την επιστροφή στο κάμπινγκ. Αμέσως μόλις με είδαν, δύο τρεις παρέες σύνολο δέκα ατόμων, σηκώθηκαν από τις θέσεις τους. Άλλοι έτρεξαν προς το μέρος μου και πριν καλά καλά με ρωτήσουν τι έπαθα, με σήκωσαν στα χέρια τους και με πήγαν στη βάθρα να καθίσω σε άνετο μέρος, να πλυθώ, να ξεκουραστώ και να με περιθάλψουν. Μία κοπέλα ήταν φοιτήτρια νοσηλευτικής κι έκανε ό,τι μπορούσε με τις πληγές μου. Άλλος μού πρόσφερε το φαγητό τους.

Αφού με περιποιήθηκαν, με ρώτησαν πώς χτύπησα. Παραξενεύθηκαν που βρισκόμουν στον Φονιά, όταν έπεσα, αλλά δε με ρώτησαν τίποτα, γιατί ήμουν ακόμα ζαλισμένος και πονούσα. Δεν τους είπα όλα τα υπόλοιπα, γιατί είχα μια αίσθηση ότι αυτά που είδα ήταν ένα όνειρο κι ήταν τόσο πολύ ζωηρό γιατί αφενός είχα χτυπήσει κι αφετέρου γιατί δίπλα μου κάπνιζαν χόρτο.

Με βοήθησαν να πάω μέχρι το χωριό κι από εκεί ήρθε ένα ασθενοφόρο να με πάρει. Ευτυχώς, τελικά, δεν είχα χτυπήσει πολύ. Έκανα κάποια ράμματα, έβαλα το χέρι μου στο γύψο κι έπρεπε να προσέχω. Στην αρχή σκέφτηκα ότι πρέπει να γυρίσω αμέσως στο σπίτι μου. Μετά, όμως, σκέφτηκα ότι και θα ταλαιπωρηθώ στο ταξίδι της επιστροφής κι ότι δε θα ήμουν ιδιαίτερα άνετα μόνος μου στο σπίτι. Αντίθετα, όλο και κάποιος θα με βοηθούσε, αν έμενα λίγες μέρες στη Σαμοθράκη.

Δεν έπεσα έξω. Ο κόσμος της Σαμοθράκης ήταν πάρα πολύ φιλικός. Θες λίγο η αίσθηση ότι βρισκόμαστε όλοι σε διακοπές. Θες λίγο το περιβάλλον του κάμπινγκ- και του κάθε κάμπινγκ- που δημιουργεί συνθήκες κοινωνικοποίησης, μιας και δεν υπάρχουν αμιγώς «προσωπικοί χώροι». Θες λίγο ότι μ’ έβλεπαν με τον γύψο στο χέρι κι ότι καταλάβαιναν πως χρειάζομαι βοήθεια. Όλα αυτά- ενδεχομένως κι άλλα- έπαιξαν το ρόλο τους για να περάσω δέκα θαυμάσιες μέρες, να γνωρίσω νέο κόσμο και να κάνω καινούργιους φίλους!

5

Όταν γύρισα πίσω στη Θεσσαλονίκη, αισθανόμουν πραγματικά ανανεωμένος κι άλλος άνθρωπος. Είχα ξεπεράσει κάθε θυμό και μίσος για την πρώην κοπέλα μου. Είχα αφήσει κατά μέρος τη μιζέρια και πίστευα ότι είχα τελειώσει μαζί της μια και καλή. Οι μέρες που πέρασα στη Σαμοθράκη, μα κι η συνάντηση- το όνειρο που νόμιζα- με τον Χάρο κι η κουβέντα μαζί του, με έκαναν να θέλω να εξερευνήσω τη ζωή και να μοιραστώ το πάθος μου με άλλους ανθρώπους.

Είχα σκεφτεί πολλές φορές την παραπάνω συνάντηση με τον Χάρο κι αρνιόμουν- σαν ορθολογιστής που είμαι- να πιστέψω ότι ήταν πραγματική. Είχα καταλήξει ότι ήταν μια μορφή έκφρασης υποσυνείδητων σκέψεων κι ανησυχιών σε συνδυασμό με το βαρύ τραυματισμό μου. Το υποσυνείδητό μου, όμως, δε με άφησε να απελπιστώ και να εγκαταλείψω. Μου ξεκαθάρισε από νωρίς ότι είμαι ζωντανός κι ότι θα επιστρέψω και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο- μέχρι να συνέλθω- άφησε να ορμήξουν στην επιφάνεια όλες οι φοβίες μου, που τις είχα καταστείλει το προηγούμενο διάστημα. Οι αιτίες που τροφοδοτούσαν την κακή μου ψυχική διάθεση, μετά την αφορμή του χωρισμού, τώρα αποκαλύφθηκαν μπροστά μου, χωρίς μάσκα και χωρίς προσχήματα.

Έτσι ερμηνεύσαμε- κι εγώ κι ο εαυτός μου- αυτήν την περίεργη συνάντηση. Είχαμε καταλήξει σ’ αυτήν την ετοιμηγορία (την οποία την γράφω με ‘οι’ γιατί ήταν έτοιμη από πριν).

Γι’ αυτό το λόγο δεν είχα πει τίποτα γι’ αυτήν την παράξενη ιστορία. Μέχρι σήμερα, που άλλαξα γνώμη. Η ιστορία είναι 100% αληθινή. Η συνάντηση κι η βόλτα που είχα με τον Χάρο έγινε. Τι μ’ έπεισε γι’ αυτό; Σήμερα το πρωί έλαβα συστημένο γράμμα από τον πατέρα μου. Με ευχαριστούσε για το γράμμα μου, μου έστελνε χαιρετίσματα από τους παππούδες και τις γιαγιάδες μου, μιλούσε για πράγματα που έγραφα, απαντούσε, ρωτούσε, έστελνε χαιρετίσματα σε όλους κλπ.

Θα συνέχιζα να αμφιβάλλω και θα πίστευα ότι κάποιος μπορεί να με είχε ακούσει να παραμιλάω ή ότι με είχαν υπνωτίσει, όμως, ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ίδιος με του πατέρα μου.

Όταν συνήλθα, σκέφτηκα να μη μιλήσω σε κανέναν, γιατί θα με περνούσαν για τρελό. Μετά, όμως, θυμήθηκα ότι ο Χάρος με είχε πάρει μαζί του και για να μιλήσουμε, αλλά και για να τον βοηθήσω να συντηρήσει το μύθο του. Μου είχε ζητήσει κι από εμένα να γράψω κάτι με τον όρο να είναι κάτι ρεαλιστικό. Την επόμενη φορά που θα τον δω θα του πω ότι δεν μπορείς να γράψεις κάτι ρεαλιστικό για τον Χάρο, παρότι ο Θάνατος είναι βασικό στοιχείο στην καθημερινότητά μας. Άσχετα, που πολλές φορές κάνουμε πώς δε μας αφορά και δε μας αγγίζει.

Αυτήν ήταν η ιστορία μου. Τρελή, παράξενη, μη πιστευτή. Όμως, εγώ την έγραψα. Κι όποιος θέλει την πιστεύει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s