Οι γραπτές αναζητήσεις του αγαπητού μας φιλοσόφου

Ψ/φιλοσοφικά… του Φοίβου Μακρίδη.

-Να γράφω ή να μη γράφω; Ιδού η γραπτή απορία.

-Παρακαλώ, συμπληρώστε γραπτά την παρακάτω αίτηση.

-Μάλιστα, θα λάβω όμως γραπτά την απάντηση στο αίτημά μου;

-Αν συμπληρώσετε γραπτά ότι θέλετε γραπτή απάντηση, τότε θα λάβετε γραπτώς την απάντησή σας.

-Θα κρατήσετε κι εσείς αντίγραφο;

-Ένα γραπτό αντίγραφο, ναι. Γιατί ρωτάτε;

-Μήπως χάσω την γραπτή απάντηση που θα μου δώσετε. Ξέρετε, πολλές φορές χάνω τα γραπτά μου και δεν τα βρίσκω με τίποτα.

-Αυτό είναι αδύνατον! Τα γραπτά μένουν.

-Αυτό το προσυπογράφετε;

-Γραπτώς!

Ο αγαπητός μας φιλόσοφος βγήκε από το ΚΕΠ και περιπλανήθηκε στο διπλανό πάρκο, σκεφτόμενος πόσα λόγια είχαν πετάξει και πόσα γραπτά του είχαν απομείνει. «Ο λόγος μου συμβόλαιο», «τα λόγια είναι λόγια», «είπα ξείπα». Τόσους και τόσους είχε συναντήσει που έμειναν στα λόγια. Κουβέντες εύκολες που κι ο ίδιος τις είχε πει κι ούτε καν τις εννοούσε όταν τις έλεγε. «Θα σε τηλεφωνήσω», «δε θα επαναληφθεί ποτέ ξανά». Αισθανόταν άσχημα όταν τον εγκατέλειπαν, αφού του είχαν φουσκώσει τα μυαλά με λόγια. Αισθανόταν, όμως, ακόμα πιο άσχημα όταν ο ίδιος εγκατέλειπε τους άλλους. Δε στεναχωριόταν γι’ αυτούς που είχε αφήσει ξεκρέμαστους. Στεναχωριόταν για τον εαυτό του, που δεν ήταν ένας εαυτός συνεπής, ένας που έκανε ό,τι έλεγε, ένας που δεν είχε εκθέσει ποτέ τον Λόγο του.

Έτσι, έψαχνε τρόπους να δεσμεύσει τους άλλους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Στην αρχή έβαζε τους άλλους να ορκιστούν σ’ ό,τι έχουν ιερό. Αλλά γρήγορα απογοητεύτηκε. Υπήρχαν περιπτώσεις που οι άλλοι φαινόντουσαν από την αρχή ότι ορκίζονταν με τα χίλια ζόρια και με ακόμα περισσότερες αμφιβολίες. Άλλοι, οικιοθελώς, έδιναν όρκους στο όνομα θεών, δαιμόνων, γονέων κι αγαπημένων, και πάλι αθετούσαν το λόγο τους.

Αναρωτιόταν ο αγαπητός μας φιλόσοφος αν έπρεπε να λογαριάσουμε ότι οι άνθρωποι που έδιναν το λόγο τους ήταν άλλοι από αυτούς που τον αθετούσαν. Αν είχαν αλλάξει τόσο πολύ που δεν ήταν ανάγκη να τηρήσουν μια δέσμευση που είχε δώσει ένας παρελθόντας εαυτός τους. Έδειχνε κατανόηση σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Δεν υπάρχει καμιά σταθερά που να οφείλουμε να τη θεωρήσουμε αμετάβλητη στο χρόνο. Και προκειμένου να υπηρετήσουμε υποσχέσεις που είχαν δώσει άλλοι, που δεν υπάρχουν πια, και να ζήσουμε εμείς μια ζωή δύσκολη, είναι καλό να λυθούμε από τους όρκους μας. Όταν, δε, σκεφτόταν τους «αιώνιους όρκους» που είχαν δώσει ερωτευμένα ζευγάρια, τότε συνηγορούσε υπέρ του να σταματάει ο όρκος να ισχύει απ’ τη στιγμή που το ζευγάρι (ή ο ένας εκ των δύο) παύει να αισθάνεται ερωτευμένο. Αν θεωρήσουμε σωστό ότι οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους, τότε πρέπει να υπολογίζουμε και τον συναισθηματικό λογαριασμό. Οφείλεις να «πληρώσεις» το λογαριασμό που έχεις κάνει. Τίποτα λιγότερο και σίγουρα τίποτα περισσότερο!

Τι γίνεται, όμως, όταν οι άλλοι συστηματικά αθετούν το λόγο τους προτού καν αλλάξουν οι ίδιοι; Όταν δηλαδή είναι δομικό στοιχείο του εαυτού τους να πετούν το λόγο τους σα μπαλάκι του τένις (ή του πινκ πονκ, δεν έχει σημασία). Μπορείς να τους δεσμεύσεις; Ή μήπως τελικά είναι ασυνέπεια στον εαυτό σου να δεσμεύεται από αυτούς τους ανθρώπους; Και πώς θα ξέρεις τι περίπτωση είναι ο άλλος; Μα φυσικά, από την εμπειρία.

Αυτά σκεφτόταν ο αγαπητός μας φιλόσοφος και φυσικά, σαν υλιστής φιλόσοφος που ήταν, ερευνούσε αν οι ιδέες του έχουν εφαρμογή στην πράξη. Μία από τις έρευνές του ήταν η γραπτή δέσμευση του άλλου. Πόσο αποτελεσματική ήταν; Έπαιζε κάποιον ρόλο για τον ασυνεπή να έχει υπογράψει αυτά που έλεγε;

Ένα από τα πειράματα που είχε κάνει ήταν να ζητήσει από 100 άτομα, που μόλις είχαν βιώσει μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση, να υπογράψουν ότι «όσο η καρδιά κι αν λαχταρά, δε θα ξαναγαπήσουν». Είχε προσέξει διάφορες λεπτομέρειες. Τα άτομα που επέλεξε ήταν διαφορετικού φύλου, διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων, τάξεων, πολιτισμών. Το αποτέλεσμά του ήταν απογοητευτικό. 100% αποτυχία. Όλοι όσοι είχαν υπογράψει, αθέτησαν την υπογραφή τους και… ξαναγαπούσαν! Όταν, μάλιστα, τους υπενθύμιζε τη γραπτή δέσμευσή τους, αυτοί με ένα γέλιο γεμάτο αυτοπεποίθηση, απέφευγαν να δώσουν σαφείς εξηγήσεις.

Στη συνέχεια, ο αγαπητός μας φιλόσοφος, επανέλαβε το πείραμά του, βάζοντας σκληρές συνέπειες σε όσους υπέγραφαν και τελικά υποχωρούσαν στις λαχτάρες τις καρδιές. Τα συμβόλαιά τους προέβλεπαν υλικές και πνευματικές ποινές. Παραχώρηση της περιουσίας τους και αιώνια στεναχώρια για την (πρώην) αγαπημένη τους. Πρόσεξε ότι έτσι παρουσιαζόταν ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Όσοι ξαναερωτευόντουσαν, προσπαθούσαν να καταστείλουν τα συναισθήματά τους για πολύ περισσότερο καιρό απ’ όσο οι υπόλοιποι, για τους οποίους δεν υπήρχαν προβλέψεις για αρνητικές συνέπειες.

Αυτή η μακροχρόνια πίεση, δημιουργούσε δύο βασικές κατηγορίες συμπεριφοράς. Η μία ομάδα «έπνιγε» ολοκληρωτικά τα συναισθήματά της και «τηρούσε» το λόγο της. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν να αισθάνεται δεσμευμένη σε μια ιδέα, να εξαφανίζονται τα αισθήματα αγάπης που είχε για το άλλο πρόσωπο και να μετατρέπονται σε μίσος, μιας και το άλλο πρόσωπο ήταν «υπεύθυνο» για την κατάσταση πίεσης και στεναχώριας που βίωναν τα άτομα αυτής της πρώτης ομάδας. Ιδιαίτερα, σε ιδιαίτερα δύσκολες καταστάσεις, το μίσος ξεπερνούσε την αγάπη. Το «προσόν» τους, να μείνουν πιστοί σε μια υπόσχεση που είχαν δώσει, μετατρεπόταν σε ελάττωμα, μιας και τα δεδομένα που είχαν τότε, δεν ίσχυαν πια. Οι ίδιοι, όμως, επέμεναν να υπηρετούν μια «ιδέα» που είχε πεθάνει, ένα «συναίσθημα» που είχε ατονήσει, μια «αγάπη» που είχε περάσει. Το ελάττωμά τους, πιο σωστά, όπως είχε διατυπώσει ο αγαπητός μας φιλόσοφος, ήταν «αδυναμία να δεχθούν τα νέα δεδομένα και να αποκτήσουν νέες συνήθειες με βάση αυτά». Κι- όπως μας έχει διδάξει η εξελικτική θεωρία- στη Φύση δεν επιβιώνει γενικά ο πιο ισχυρός, αλλά αυτός που μπορεί να προσαρμοστεί καλύτερα στο περιβάλλον του.

Η δεύτερη ομάδα είχε μια άλλη συμπεριφορά. Περνούσε ένα μεταβατικό στάδιο, που σιγά σιγά και με διακυμάνσεις δεχόταν την αλλαγή και την αδυναμία τους να τηρήσουν την υπόσχεσή τους. Όσο έφταναν στο τελικό στάδιο της μεταβατικής αυτής κατάστασης, τόσο δέχονταν πιο εύκολα να πληρώσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Η σκόνη της στεναχώριας καταλάγιαζε και γινόταν ξεκάθαρη η εικόνα των ωραίων στιγμών που είχαν περάσει με το άλλο πρόσωπο. Πλήρωναν κι ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν. Ο αγαπητός μας φιλόσοφος τότε αισθανόταν ότι τα άτομα της δεύτερης αυτής ομάδας δεχόντουσαν μια βασική αρχή, που τους βοηθούσε να γαληνέψουν. Την αρχή της μεταβολής. Της μεταβολής στις σχέσεις, στον Άνθρωπο, στη Φύση.

Υπήρχε, βέβαια, και μια τρίτη κατηγορία συμπεριφοράς- της πιο ελεεινής και μίζερης. Αυτής που καταλάβαινε την αλλαγή, αλλά αρνούνταν να την παραδεχτεί, για να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεών της. Αυτοί οι άνθρωποι κατέληγαν να συρρικνώνονται, να κρύβουν τις σκέψεις και το λόγο τους. Έμεναν μεν πιστοί στο Λόγο τους, αλλά ο ίδιος τους ο Λόγος έπαυε να ισχύει, έπαυε να υπάρχει.

Στην αρχή, ο αγαπητός μας φιλόσοφος εκνευριζόταν με αυτή τη συμπεριφορά, δεν ήξερε πώς να την ερμηνεύσει κι απέφευγε αυτούς τους ανθρώπους θεωρώντας τους λιγόψυχους. Στη συνέχεια, όμως, κι ύστερα από μια μακρά εσωτερική διεργασία, κατάλαβε ότι ο ίδιος αισθανόταν αυτήν την αποστροφή, γιατί δεν ήθελε να την υιοθετήσει. Πίστευε ενδόμυχα, ότι όσο απομακρυνόταν από αυτούς τους ανθρώπους, τόσο απομακρυνόταν κι από τον κίνδυνο να υιοθετήσει αυτή τη συμπεριφορά. Η αποστροφή του ήταν αποστροφή στο μέρος εκείνο του εαυτού του που λιγοψυχούσε πάντοτε μπροστά στον κίνδυνο. Μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι ο γενναίος άνθρωπος δεν ήταν αυτός που δε φοβόταν ποτέ, αλλά αυτός που μπροστά στο φόβο του, συνέχιζε να προχωρά (ακόμα κι όταν τρέμουν τα πόδια του), συμφιλιώθηκε με τον λιγόψυχο εαυτό του. Έδωσε στον εαυτό του το δικαίωμα να φοβάται. Δεν φοβόταν πλέον να φοβάται. Η μάχη του επικεντρώθηκε στην αντίδρασή του μπροστά στο φόβο. Πλέον, έδειχνε συμπόνια στον λιγόψυχο εαυτό του, μιας κι είχε κάθε λόγο να φοβάται. Έτσι, άρχισε να δείχνει συμπόνια και στους άλλους ανθρώπους, αυτούς που μπροστά στο φόβο τους, υποχωρούσαν ολοταχώς. Όχι, για να τους αφήσει να υποχωρούν, αλλά για να τους βοηθήσει να δεχτούν το φόβο τους και να σηκώσουν το κεφάλι τους και να τον αντιμετωπίσουν.

Τάδε έγραψε ο αγαπητός μας φιλόσοφος, αναρωτώμενος με λίγο φόβο ποια θα ‘ναι η συνέχεια. Όμως, ξεχνούσε τον φόβο του, όταν άλλαζε το ερώτημά του και το μετέτρεπε ως εξής: η συνέχεια θα υπάρχει και πάντα θα υπάρχει, αλλά πού θέλω να βρίσκομαι εγώ μέσα σ’ αυτή τη συνέχεια; Τότε ο φόβος του μετατρεπόταν σε προσμονή και δεχόταν την πρόκληση της Συνέχειας.

Advertisements

2 thoughts on “Οι γραπτές αναζητήσεις του αγαπητού μας φιλοσόφου

  1. Ομορφη ιστορία και με μεστές σκεψεις πάνω στον αιώνιο εχρό της ελευθερίας, τον φοβο… Μπραβο σου!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s