Το κυνήγι των ονείρων

Λογοτεχνικά… του foivery.

Εκείνη η μέρα φαινόταν απ’ το πρωί ότι δε θα πήγαινε καθόλου καλά για τον Θόδωρα. Κατά τις δωδεκάμιση που ξύπνησε δεν μπορούσε με τίποτα να βρει την οδοντόβουρτσά του. Παντελόνι καθαρό δεν είχε να φορέσει, μιας και είχε δημιουργηθεί ένα τεράστιο βουνό στο δωμάτιό του από άπλυτα. Δεν έβαζε πλυντήριο γιατί δεν είχε απορρυπαντικό. Δεν είχε απορρυπαντικό, γιατί το super market της γειτονιάς του είχε κλείσει για διακοπές. Βέβαια, το επόμενο super market ήταν εκατό μέτρα πιο μακριά, αλλά δεν πήγαινε εκεί, γιατί ο δρόμος ήταν ανηφορικός.

Τελικά δεν έπλυνε τα δόντια του και μάσησε μία μαστίχα με γεύση μέντα. Επειδή βιαζόταν, δεν προλάβαινε να πλύνει στο χέρι κανένα παντελόνι του και αποφάσισε να βάλει το ίδιο που φορούσε χθες. Όμως, σκέφτηκε πονηρά. «Για να μην καταλάβουν ότι φοράω συνέχεια το ίδιο παντελόνι, θα βάλω το πιο παλιό άπλυτο. Είναι τόσο καιρό εκεί κάτω που όλοι θα με ζηλεύουν και θα μου λένε με γειά μου».

Αφού ετοιμάστηκε- είχε ήδη αργήσει- ξεκίνησε για τον προορισμό του, την καφετέρια- στέκι αυτουνού και της παρέας του. Το αυτοκίνητό του, όμως, δεν έπαιρνε μπρος. Πρόσεξε πως δεν είχε βενζίνη. Εκνευρίστηκε, χτύπησε το κεφάλι του στο τιμόνι και αναθεμάτισε που ήταν αναγκασμένος να πάει με τα πόδια. Η ώρα ήταν 12:38.

Στις 12:39 είχε ήδη φτάσει στην καφετέρια και καθόταν με τους φίλους του. «Μία φράπα χωρίς» παρήγγειλε στον σερβιτόρο, που εκείνη τη στιγμή έπαιρνε παραγγελία από ένα ζευγάρι, πέντε τραπέζια μακριά.

«Είδα προχθές ένα όνειρο», άρχισε να εξιστορεί ο Θόδωρας, «που με συγκίνησε πολύ. Πολύ με συγκίνησε. Θα σας το έλεγα χθες, αλλά βαριόμουνα τότε». Είχε ξαπλώσει στην πλάτη της καρέκλας του και έπινε το φραπέ του φίλου του, γιατί «πώς θα πω το όνειρό μου, αν δεν ανοίξει λίγο το μάτι μου;». Καθώς μιλούσε και είχε όλη την προσοχή της παρέας του στραμμένη πάνω του, θα έλεγε κανείς πως ο Θόδωρας κοιτούσε μία την τηλεόραση του μαγαζιού, που έδειχνε τα χθεσινοβραδινά αποτελέσματα του στοιχήματος στη Β’ και Γ’ Σκωτίας και Ανδόρας, και μία τις νεαρές και δροσερές κοπέλες που περνούσαν έξω απ’ το μαγαζί, απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο.

«Ήμουνα, λέει, μεγάλος. Παππούς. Είχα και εγγόνια. Δουλειά δεν είχα και ήμουν όλη μέρα στο καφενείο». Τότε έκανε μία παύση, για να πιεί μια γουλιά απ’ τον καφέ του, που μόλις του τον έφερε. Αφού άφησε το ποτήρι στο τραπέζι, έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό, κουνώντας το κεφάλι του και συνέχισε. «Γυρνούσα στο σπίτι μου και η γυναίκα μου μου είχε έτοιμο ζεστό φαΐ». «Γριά κι αυτή;». «Όχι, είχα, λέει, ξαναπαντρευτεί μία εικοσάχρονη φοιτήτρια- νοσηλεύτρια, ξανθιά, 1.85- χωρίς τακούνι- με μεγάλα βυζιά και τσιμπουκόχειλα». «Άντε ρε», αναφώνησαν όλοι μαζί, γουρλώνοντας τα μάτια τους. «Ναι, ναι», απάντησε ο Θόδωρας σίγουρος για τον ανδρισμό του. «Και πώς ήταν στο σεξ; Γαμούσε καλά;». «Κοίτα να δεις τώρα τι συνέβαινε», είπε ο Θόδωρας και ανακάτεψε το φραπέ του. «Επειδή, λέει, εγώ ήμουν ακόμη… ντούρος, ξέρετε, όπως τώρα, και κρατούσα πάρα πολλή ώρα, βαριόμουν να κάνω σεξ μαζί της. Άσε που δε μου έφτανε η ώρα, απ’ τη στιγμή που γυρνούσα απ’ το καφενείο, να φάω, να κοιμηθώ ΚΑΙ να της κάνω σεξ. Έπρεπε να ξαναπάω στο καφενείο, γιατί ξεκινούσε η μπάλα». Όλοι τους κούνησαν το κεφάλι τους πάνω κάτω, καταλαβαίνοντας την πίεση του Θόδωρα. «Μα, μπάλα έχει τα σαββατοκύριακα. Τις καθημερινές δεν πηδούσες;». «Α! Όλα κι όλα. Τις καθημερινές ούτε που πήγαινα σπίτι». «Γιατί ρε Θόδωρα;». «Ε, στρώναμε από νωρίς κανά χαρτάκι να παίξουμε και μας πήγαινε μέχρι αργά». «Ααα», έκανε ο ένας. «Σωστά», είπε ο άλλος. «Βέβαια», ψιθύρισε ο τρίτος και όλοι μαζί έπεσαν σε βαθιά περισυλλογή. «Μα καλά, και δε δούλευες;», αναρωτήθηκε ο ένας. «Όχι», απάντησε ο Θόδωρας, «ήμουνα, λέει, συνταξιούχος!». «Συνταξιούχος;!». «Συνταξιούχος». Αναστέναξε. «Α ρε, και να ‘μουνα συνταξιούχος!», είπε ο 23χρονος Θόδωρας. «δεν παίζουμε κανά pro; Ελάτε, αυτοί οι δύο τελείωσαν το Barcelona- Liverpool και το αφήνουν το pro. Πάμε να το πιάσουμε εμείς; Να πούμε και στους υπόλοιπους που θα έρθουν σε λίγο να κάνουμε full season, εντός εκτός».

Όμως, εκείνη η μέρα έμελλε να ήταν πολύ άσχημη για τον Θόδωρα. Όχι μόνο πήγε κουβά στο χθεσινό δελτίο, αλλά δε σταύρωσε και νίκη σε κανένα παιχνίδι. Με το ζόρι έβαζε γκολ. Λογικό ήταν να έχει εκνευριστεί πάρα πολύ. Εκτός των άλλων κανείς δεν του ‘πε με γειά, για το παντελόνι του. Αντίθετα! Ένας φίλος του του είπε ότι πιάστηκε κορόιδο, που πήρε αυτό το παντελόνι τώρα που πέρασε η μόδα του.

Έτσι χάλια που ήταν, δυστυχώς, δεν πρόσεξε το δρόμο, όταν έφυγαν αργά το απόγευμα. Αποτέλεσμα; Για κακή του τύχη, εκείνη τη στιγμή περνούσε φορτσάτο ένα αυτοκίνητο και τον χτύπησε τόσο πολύ, που τον εκτίναξε στα πενήντα μέτρα. Στο νοσοκομείο που μεταφέρθηκε όλοι ήταν ανήσυχοι: φίλοι, συγγενείς, μα το χειρότερο, και οι γιατροί. «Θα ζήσει, γιατρέ;». «Βάζουμε τα δυνατά μας». «Θα ζήσει, γιατρέ;». «Κάνουμε ό,τι μπορούμε». «Θα ζήσει, γιατρέ;». «Οι ελπίδες δεν είναι με το μέρος μας, αλλά είναι δυνατός χαρακτήρας». «Θα ζήσει, γιατρέ;». «Ε, εγώ είμαι το παιδί απ’ το γυράδικο απέναντι, αλλά- αν θέλετε τη γνώμη μου- μ’ αυτό το γύρο που έχουμε δεν του δίνω και μπόλικη ζωή». «Θα ζήσει, γιατρέ;». «Πλέον είμαστε στο έλεος του Θεού». «Èá æÞóåé, ãéáôñÝ?». «Παρακαλώ;;». «Θα ζήσει, γιατρέ;». «Μόνο ένας γιατρός- αμερικάνος- μπορεί να τον σώσει». «Και πού θα τον βρούμε;!». «Στο Star. Συνήθως τα απογευματάκια».

Ο Θόδωρας είχε πέσει σε κόμμα. Η κατάστασή του ήταν πολύ κρίσιμη. Το πανελλήνιο είχε σοκαριστεί. Έκτακτα δελτία διέκοπταν την κανονική ροή του προγράμματός τους, για να μεταδώσουν σ’ απ’ ευθείας σύνδεση, τη γνωμάτευση του ιατρικού τιμ. Επιστολές συμπαράστασης απ’ το εξωτερικό κατέφθαναν μέρα με τη μέρα στο νοσοκομείο. Ο Θεοδωράκης με τους Πρωταγωνιστές θα έπαιρνε συνεντεύξεις απ’ τους συγγενείς του Θόδωρα, για να αποκαλύψουν επεισόδια της ζωής του.

-Έχουμε μαζί μας τον Παναγιώτη. Πες μας, Παναγιώτη, τι έκανε το Θόδωρα περήφανο; Τι είχε κάνει που αισθανόταν σπουδαίος γι’ αυτό; Έλα, Παναγιώτη, προσπάθησε να συγκρατήσεις τα δάκρυά σου. Είμαστε όλοι συγκινημένοι γι’ αυτήν την σπουδαία προσωπικότητα.

-Θυμάμαι, πριν καν κλείσει τα 18, είχε μείνει μέσα στο ίντερνετ και έπαιζε, μιλούσε, ανέβαζε φωτογραφίες, άφηνε σχόλια στους φίλους του, γνώριζε κόσμο από Τζαμάικα, Κοπεγχάγη, Βλαδιβοστόκ, Νότια Αφρική. Είχε μείνει μέσα- συνεχόμενα, ε; ούτε για τουαλέτα δε σηκώθηκε- για πάνω από 82 ώρες. Θυμάμαι οι γονείς του είχαν πανικοβληθεί, γιατί ήταν σε ίντερνετ καφέ και το κινητό του δεν άντεξε και έκλεισε από μπαταρία. Να φανταστείτε, κ. Θεοδωράκη, ότι δε σταμάτησε ούτε για να δει τον ΜΠΑΟΚ.

 -Μάλιστα…

-Κι όλα αυτά, πριν καν κλείσει τα 18.

-Μαζί μας είναι η μητέρα του Θόδωρα. Του δικού μας Θόδωρα.

-… Όταν ήμουν έγκυος σ’ αυτόν, γέννησα στον 10ον μήνα. Το θυμάμαι τώρα και γελάω, αλλά τότε οι γιατροί μού έλεγαν πως για κάποιον λόγο- λες και το ‘θελε- έμενε εκεί μέσα και δεν έβγαινε.

-Μαζί μας…

-Σπουδαίος άνθρωπος…

-Έχουμε δίπλα μας…

-Είχε δει όλα τα επεισόδια του LOST στη σειρά.

-Μία άλλη φορά τα X- Files.

-Και μέσα σ’ ένα Σαββατοκύριακο όλα τα Φιλαράκια.

-Σπουδαίος άνθρωπος….

-Και είναι μόνο 23, έχει τόσα να κάνει.

-Τον θαύμαζα. Κλαίω που ποτέ δεν του το ‘χα πει…

-Θα του το πεις. Θα του το πεις.

«Κυρία Αναστασία», έτρεξε η νοσοκόμα στη μητέρα του Θόδωρα. «Ο Θόδωρας! Ξύπνησε!». Είχαν περάσει ήδη δύο μήνες απ’ το ατύχημα και ο Θόδωρας σηκώθηκε σ’ έναν κόσμο, όπου ήταν διάσημος και κάτι σαν ροκ σταρ. Τώρα ήταν οι γιατροί από πάνω του και τον εξέταζαν, ενώ οι γονείς του του εξηγούσαν τι είχε συμβεί τους δύο τελευταίους μήνες.

Οι γιατροί τον εξέταζαν καθηλωμένο για μια βδομάδα, ώσπου έβγαλαν και τα τελικά τους αποτελέσματα. Τους μάζεψαν όλους στο νοσοκομειακό κρεβάτι του Θόδωρα. Όλοι περίμεναν με αγωνία τα νέα των γιατρών. Ήταν όλοι εκεί. Φίλοι, συγγενείς, δημοσιογράφοι.

«Θα ζήσεις. Τα χειρότερα τα ‘χεις αποφύγει». Όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Όλα τα κανάλια ήταν συνδεδεμένα, πλην του Star που έδειχνε ρεπορτάζ για το τι βρήκαν οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ τους στα σκουπίδια της Μπεζετάκου. Ήταν οξύμωρο, γιατί η τηλεόραση στο δωμάτιο του Θόδωρα έδειχνε, χωρίς φωνή, Star. «Έχουμε, όμως, και άσχημα νέα», συνέχισε ο γιατρός. «Λυπάμαι,- και εγώ και όλοι μας- αλλά δεν καταφέραμε να σώσουμε τα πόδια σου». Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή του και ο ίδιος ο γιατρός ξέσπασε σε λυγμούς. Όλοι προσπαθούσαν να κρατηθούν για να δώσουν θάρρος στον Θόδωρα. Αλλά πολλοί έβγαιναν απ’ το δωμάτιο με βουρκωμένα τα μάτια τους. ο Θόδωρας προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε. Του ήταν όλα τόσο περίεργα. Κι όμως, κάτι μέσα του του έλεγε πως δεν είχε έρθει το τέλος.

Και είχε δίκιο. Γιατί το τέλος της ιστορίας ήρθε το επόμενο πρωί. Βλέπετε, η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση δεν είχε καμία νομιμοποίηση κι έψαχνε μία κίνηση για να αντιστρέψει το κλίμα. Λοιπόν, την ιστορία του Θόδωρα προσπάθησε να την εκμεταλλευτεί όσο μπορούσε. Εκείνο το πρωί, λοιπόν, έφτασε γράμμα που ενημέρωνε τον ίδιο τον Θόδωρα ότι με προεδρικό διάταγμα, μετά από παράκληση του ίδιου του Σαμαρά, θα δινόταν στον Θόδωρα για το υπόλοιπο της ζωής του αναπηρική σύνταξη.

«Χα», γέλασε ο πατέρας του. «Ο γιος μου βγήκε στη σύνταξη μαζί με τον παππού μου, που ‘ναι 72 χρονών».

Λοιπόν, το όνειρο του Θόδωρα ήταν ίσως προφητικό. Μπορεί να μην ήταν όπως τα ονειρεύτηκε, αλλά ήταν κι αυτός συνταξιούχος! Καμιά φορά η Μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια, αλλά άμα είναι να σου κάνει το χατίρι…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s