Έγκλημα στην οδό Ζαχαρία Παπαντωνίου

Λογοτεχνικά… του foivery.

Στις 12.04 τα μεσάνυχτα, καθώς ο Γρηγόρης γύριζε απ’ την δουλειά του, είδε ένα πτώμα μέσα στο ασανσέρ. Δεν υπήρχαν αίματα και το πτώμα φαινόταν στραγγαλισμένο. Ήταν ένας άνδρας κοντά στα πενήντα, που όσα μαλλιά φαινόταν ότι έχανε, τόσα κιλά φαινόταν ότι έβαζε. Ο Γρηγόρης σάστισε κι έμεινε παγωμένος για κάποιες στιγμές, κοιτάζοντας απλώς τον νεκρό. Δεν του ‘χε συμβεί ποτέ στη ζωή του τίποτα το παράξενο και χρειάστηκε χρόνο για να καταλάβει ότι δεν βρίσκεται σε κάποια κινηματογραφική σκηνή.

Όταν το αυτόματο φως της πολυκατοικίας έσβησε, ο Γρηγόρης πανικοβλήθηκε. Αισθάνθηκε ότι ο δολοφόνος βρισκόταν πίσω του κι είχε σκοπό να σκοτώσει και τον ίδιο, για να μην υπάρχουν μάρτυρες. Αμέσως γύρισε το κεφάλι του αριστερά κι δεξιά, ψάχνοντας τον δολοφόνο. Η κόρη του ματιού του προσαρμόστηκε αμέσως στο σκοτάδι, αλλά το μόνο που μπορούσε να αντικρύσει ήταν η λευκή σελίδα, που ανακοίνωνε στους κατοίκους της πολυκατοικίας την κρίσιμη σημασία του να καταβληθούν άμεσα τα κοινόχρηστα.

Ο Γρηγόρης άναψε το φως και συνέχισε να εξετάζει επίμονα τον χώρο, για να σιγουρευτεί ότι ήταν μόνος. Πρόσεξε κάτι το ασυνήθιστο. Η ανακοίνωση είχε ξεκολλήσει στην πάνω αριστερή άκρη της. Φαινόταν σαν κάποιος να την είχε πειράξει. Η ανακοίνωση ήταν κολλημένη πάνω στην πόρτα με τα ρολόγια της ΔΕΗ. Έκανε αμέσως τον συνειρμό ότι ο δολοφόνος μπορεί να κρυβόταν εκεί μέσα. Τι να ‘κανε, όμως; Την ανοίγεις την πόρτα ή όχι; Άντε κι επιβεβαιώνεσαι και τον βρίσκεις να κρύβεται; «Συγχαρητήρια, κερδίσατε δύο εισιτήρια για το θέατρο»!

Ξαναγύρισε και κοίταξε το πτώμα. «Θεέ μου», σκέφτηκε. «Όσο πάει γίνεται και πιο μωβ»! Ήθελε να βγει έξω να φωνάξει βοήθεια. Οι σκέψεις που περνούσαν απ’ το μυαλό του ήταν ότι σταματάει έναν έναν τους περαστικούς, αλλά κανείς δεν τον πιστεύει- ή προτιμούν να συνεχίσουν να περπατούν με τα χέρια στις τσέπες και να χώνουν το κεφάλι τους πιο βαθιά στα κασκόλ και στα γιλέκα τους, παρά να μπλέξουν σε μια δολοφονία. Θα επέμενε, θα ‘ρχόταν και στα χέρια, μάλιστα, για να πείσει τους περαστικούς ότι δεν αστειεύεται. Όμως, τα πόδια του είχαν κοκαλώσει και δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα. Τότε σκέφτηκε ότι θα ‘πρεπε αμέσως να καλέσει την αστυνομία. Έπρεπε όμως να βγει πρώτα απ’ την πολυκατοικία. Ο δολοφόνος προφανώς τον παρακολουθούσε κι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να βγει να τον καθαρίσει. Αποφάσισε πως όσο έμενε εκεί, τόσο πιο επικίνδυνο γινόταν. Κατάφερε να κολλήσει την πλάτη του στον τοίχο, κοιτάζοντας επίμονα την πόρτα με τα ρολόγια. Έσερνε τα πόδια του και κατευθυνόταν προς την έξοδο. Μόλις έφτασε, άνοιξε απότομα την πόρτα, σιγουρεύτηκε ότι δεν ήταν κανείς απ’ έξω να τον περιμένει κι έτρεξε γρήγορα στον κεντρικό δρόμο για να αισθάνεται ασφαλής. Πήρε τηλέφωνο το 100 και τους ειδοποίησε αμέσως.

Έκλεισε το τηλέφωνο και περίμενε. Άρχισε τώρα να ανησυχεί για τον άμοιρο άνθρωπο που βρήκε νεκρό στο ασανσέρ. «Τον άτυχο άνθρωπο. Έτυχε να βρίσκεται στο λάθος μέρος την λάθος στιγμή. Άραγε ο κλέφτης που του επιτέθηκε ήταν αιμοβόρος ή μήπως μπλέχτηκαν σ’ έναν καβγά, ο άνδρας αρνήθηκε να του δώσει τα λεφτά του κι εκεί ο κλέφτης- δολοφόνος τον στραγγάλισε; Ή μήπως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα έγκλημα πάθους. Λες ο εραστής της γυναίκας του να τον σκότωσε για να μπορέσουν να παντρευτούν; Ή μήπως ο ίδιος ήταν εραστής και τον σκότωσε ο σύζυγος; Ή μήπως ήταν η σύζυγος η δολοφόνος; Όχι, δε θα μπορούσε να τα καταφέρει. Μήπως, όμως, είχε βάλει κάποιον επαγγελματία δολοφόνο, για να μπορέσει να παντρευτεί τον εραστή της; Κι αν ήθελε να φαίνεται σα ληστεία;». Όλες αυτές οι σκέψεις τριγυρνούσαν γύρω απ’ το μυαλό του καθώς περίμενε την αστυνομία. Ο φόβος είχε αντικατασταθεί από έναν οίστρο που κατέβαζε διάφορα πιθανά σενάρια- που κάλλιστα «θα μπορούσαν να είναι το βασικό θέμα μιας ταινίας, ή ενός βιβλίου ή μιας σειράς ή μιας τηλεταινίας», όπως σκεφτόταν ο Γρηγόρης.

Ξαφνικά, εκεί που ο νους του είχε ξεφύγει, σκέφτηκε ότι ο άνδρας θα μπορούσε να ‘ναι ακόμα ζωντανός. «Θα ‘πρεπε ίσως να του δώσω το φιλί της ζωής, ή να τον χτυπήσω τρεις φορές δυνατά στο στήθος, για να τον επαναφέρω στη ζωή. Ίσως τα καταφέρω». Ήταν κρίσιμες στιγμές εκείνες που περνούσαν και θα μπορούσαν να κριθούν μοιραίες για τον άτυχο άνδρα. Ο Γρηγόρης ήταν έτοιμος να επιστρέψει και να προσπαθήσει να βοηθήσει τον άνδρα. Θα μπορούσε να ενημερώσει κάποιους περαστικούς, για να ‘ρθουν μαζί του για βοήθεια. Αλλά τι θα έλεγαν; Θα τον πίστευαν αν ξαφνικά τον έβλεπαν να ανησυχεί; Δεν ήξερε τι να κάνει, αλλά ήταν έτοιμος να γυρίσει στον τόπο του εγκλήματος, ακόμα κι αν έβαζε σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή…

Εκείνη ακριβώς την ώρα είδε μια μεσήλικη κυρία να τρέχει πανικόβλητη προς το μέρος του. Θα μπορούσε να είχε βγει από την πολυκατοικία του Γρηγόρη. Θα μπορούσε να ‘ναι η μοιραία δολοφόνος; Ή η μοιραία σύζυγος; Ω, θεέ μου!». Ο Γρηγόρης άρχισε να τρέμει, όσο τον πλησίαζε η κυρία. Όταν έφτασε μπροστά του το μόνο που μπορούσε να του πει ήταν «ο άνδρας μου». «Εσείς τον σκοτώσατε;», την ρώτησε ο Γρηγόρης που ήταν έτοιμος να τρέξει. «Ο άνδρας μου», συνέχισε η κυρία, χωρίς να δώσει σημασία στα λόγια του Γρηγόρη, «Λιποθύμησε. Είχε ξεχάσει να πάρει τα χάπια του και λιποθύμησε μέσα στο ασανσέρ. Τώρα έχει συνέλθει. Θεέ μου, είχε γίνει μωβ! Πηγαίνω στο περίπτερο να καλέσω ασθενοφόρο, κυρίως για προληπτικούς λόγους. Έχετε κινητό; Μπορείτε να καλέσετε άμεσα ένα ασθενοφόρο;», τον ρώτησε η κυρία.

Ο Γρηγόρης χρειάστηκε δυο τρεις στιγμές για να συνδέσει τα γεγονότα. «Ώστε δεν πρόκειται για δολοφονία», ήθελε να ρωτήσει, αλλά ντράπηκε. Η κυρία συνέχισε τον μονόλογό της. «Θα μπορούσε να ‘χει πεθάνει αν δεν τον έβρισκα εγκαίρως. Ουφ! Ευτυχώς! Δόξα τω Θεώ! Μα, θα καλέσετε ασθενοφόρο ή δεν έχετε τηλέφωνο;». «Ε… ναι… ορίστε», είπε κι έδωσε το τηλέφωνό του, γιατί ο ίδιος δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Αμέσως μετά, ο Γρηγόρης πήρε το τηλέφωνό του ευχαρίστησε ο ίδιος την κυρία- κάτι που την παραξένεψε- κι απομακρύνθηκε. Ήθελε να πάρει πάλι τηλέφωνο το 100 και να ακυρώσει την κλήση του. Θα αισθανόταν μεγάλη ντροπή που δε σκέφτηκε λογικά και δεν βοήθησε τον άνδρα. «Παραλίγο εγώ να τον σκοτώσω», σκέφτηκε.

Όταν ηρέμησε και εμφανίστηκε το ασθενοφόρο- ευτυχώς πρόλαβε την αστυνομία- ήταν σα να ‘χε φύγει ένα βάρος από πάνω του. Χαμογέλασε με το επεισόδιό του- που ευτυχώς ήταν ένα συνηθισμένο επεισόδιο κι όχι κάποια δολοφονία- κι άρχισε να γελάει με τη λαχτάρα που πήρε. Ανέβηκε στο σπίτι του, έφτιαξε ένα ζεστό τσάι για να πιει και χαλάρωσε μπροστά στην τηλεόραση. Έβαλε μια ταινία στο dvd κι όταν τελείωσε, έπεσε για ύπνο…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s