Πώς έγινα σπουδαίος επιστήμονας: σύντομη αυτοβιογραφία του καθηγητή Ιστορίας Νίκου Καλογερόπουλου

Λογοτεχνικά… του foivery.

Η Συντακτική Ομάδα του Περιοδικού «Προσωπογραφίες» ζήτησε από τον διεθνούς φήμης νεαρό ιστορικό, Νίκο Καλογερόπουλο, να μας γράψει ένα σύντομο αυτοβιογραφικό άρθρο- δοκίμιο. Τον ευχαριστούμε πολύ που ανταποκρίθηκε.

Εισαγωγή

Υπάρχουν δύο τύποι ανθρώπων. Στον πρώτο τύπο ανήκουν αυτοί που διαβάζουν ιστορία με κάποια λατρεία, που διαβάζουν ιστορικά βιβλία στον ελεύθερο χρόνο τους και που δεν δίστασαν στις πανελλαδικές να επιλέξουν το μάθημα της Ιστορίας Γενικής Κατεύθυνσης, αντί της βιολογίας. Στον δεύτερο τύπο ανήκουν αυτοί που απεχθάνονται την ιστορία και κοιτάζουν σαν εξωγήινους τους φοιτητές Ιστορίας- Αρχαιολογίας, που είχαν βάλει τη σχολή τους πρώτη επιλογή.

Θα μπορούσα, βέβαια, την ιστορία μου- τη δική μου ιστορία- να την ξεκινήσω με διάφορα άλλα στερεότυπα και κλισέ του τύπου «υπάρχουν αυτοί που διαβάζουν την Ιστορία, κι άλλοι που την γράφουν», ή «την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές», ή ακόμα «Ιστορία μου, αμαρτία μου, λάθος μου μεγάλο…».

Ο λόγος που τελικά προτίμησα το παραπάνω διαχωρισμό στους δύο τύπους ανθρώπων, είναι γιατί αυτό το χρησιμοποιούσα αρκετά συχνά, ως φοιτητής Ιστορίας- Αρχαιολογίας, για να δικαιολογηθώ σε όσους γνώριζα, γιατί επέλεξα αυτή τη σχολή. Βέβαια, αυτή η εξήγηση ήταν κι ο άσος στο μανίκι μου, όταν ήθελα να… σπάσω τον πάγο με κάποια κοπέλα που μόλις είχα γνωρίσει και να φανώ αστείος και γοητευτικός στα μάτια της [για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, όσο αποτυχημένη ατάκα κι αν ήταν, άλλο τόσο επέμενα να τη χρησιμοποιώ].

Πώς επέλεξα την Ιστορία

Από μικρός, θυμάμαι, είχα ως όνειρο να γράψω Ιστορία. Τελικά, έγραψα πολλές ιστορίες- 46 μαθήματα είχε η σχολή μου και μάλιστα κανένα μάθημα δεν το πέρασα με βαθμό κάτω από πέντε. Ήταν μία απ’ τις επιτυχίες μου.

Όταν πήγα Β’ Λυκείου κατέληξα ότι θέλω να σπουδάσω στο Ιστορικό- Αρχαιολογικό. Συνειδητοποίησα ότι μ’ άρεζε το αντικείμενο κι ήθελα να ασχοληθώ περισσότερο. Τι ήταν αυτό που με βοήθησε να αποφασίσω; Ένας παράγοντας ήταν η καθηγήτριά μου. Θυμάμαι έκανε πολύ καλό μάθημα κι έτσι μου τράβηξε το ενδιαφέρον να παρακολουθώ συνέχεια το μάθημά της. Κατά ειρωνικό τρόπο ο πατέρας της ήταν ένας απ’ τους δασκάλους μας στο δημοτικό. Αν και ποτέ δε μου είχε κάνει μάθημα, θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι με είχε χαστουκίσει- όπως κι όλους τους μαθητές του δημοτικού. Φοβερή παιδαγωγική μέθοδος: γερασμένοι 50ρηδες να χτυπάνε 10χρονα παιδάκια «για να μάθουν»… Σαφώς ανώτερη απ’ τις αντιπαιδαγωγικές διδασκαλίες μέσα από πίνακες και σχεδιαγράμματα που χρησιμοποιούσε συνέχεια η κόρη του… Τι να λέμε τώρα;

Ένας δεύτερος παράγοντας που με ώθησε στην αγκαλιά της Ιστορίας ήταν ο θαυμασμός που είχα για όσους γνώριζαν ιστορία. Με ενθουσίασε κι ήθελα να κατακτήσω την ιστορική γνώση!

Ένας τρίτος παράγοντας ήταν οι ταινίες δράσης με σπουδαίους αρχαιολόγους (να κυνηγάνε φιλόδοξους και αλαζόνες ναζιστές, που ήθελαν να αποκτήσουν το ιερό δισκοπότηρο και να κατακτήσουν τον επίγειο και τον επουράνιο κόσμο) και σέξι αρχαιολόγισσες να πηδάνε στα20 μέτραπυροβολώντας και σκοτώνοντας ολόκληρους στρατούς. Προφανώς η σχολή μου- τουλάχιστον το τμήμα στο ΑΠΘ- δεν είχε ούτε τους μεν ούτε τις δε. Αυτό, όμως, ήταν κάτι που δεν το γνώριζα όταν συμπλήρωνα το μηχανογραφικό.

Το χαμηλό επίπεδο των καθηγητών μου

Και τώρα που το σκέφτομαι, αντί να έχουμε τέτοιους καθηγητές, είχαμε κάτι περιπτώσεις, που είναι δύσκολο να τις περιγράψεις με λόγια. Το μοναδικό τους προτέρημα ήταν οι ιστορικές γνώσεις τους- μόνο αυτό. Αλλά το να έχει κάποιος ιστορικές γνώσεις δε σημαίνει ότι είναι κι ιστορικός. Όπως το να έχει κάποιος αθλητικές γνώσεις, δε σημαίνει ότι είναι αθλητής. Στο κάτω κάτω, αν ήταν έτσι, τότε το wikipedia θα ήταν πρόεδρος της σχολής μας. Από ιστορική ανάλυση οι καθηγητές μας έπαιρναν μηδέν!

Θυμάμαι, είχαμε καθηγητές και καθηγήτριες που εύκολα θα μπορούσες να τους περάσεις για άξεστους αλλοπαρμένους χωριάτες. Ήταν χειρότεροι! Γιατί ένας χωριάτης έχει την ειλικρίνεια να αναγνωρίζει το ποιον του. Αυτοί, όμως, ήταν που ήταν άσχετοι, είχαν και το στόμφο του «πανεπιστημιακού»- τρομάρα τους. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι καθηγητές μας ήταν αυτοί που έριχναν το επίπεδο της σχολής.

Για να σας δώσω μια εικόνα, θα σας περιγράψω λίγα σκηνικά απ’ τον πιο γελοίο απ’ αυτούς, τον Κ. Πώς είναι κάτι παππούδια που παίζουν πρέφα στα καφενεία απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, έχουν να αλλάξουν πουκάμισο τρεις εβδομάδες και περνιούνται για έξυπνοι; Ε, ο Κ. τέτοιος ήταν. Χυδαίος, προσβλητικός, υπερόπτης κι άσχετος. Χυδαίος γιατί δε δίσταζε να φλερτάρει 18χρονα κορίτσια μέσα στο αμφιθέατρο με πολύ ‘άνετο’ τρόπο. Προσβλητικός, γιατί δε δίσταζε να συγκρίνει τις φοιτήτριές του, που φορούσαν μίνι φούστα, με την Τζούλια Αλεξανδράτου. Υπερόπτης, γιατί οτιδήποτε και να έλεγε, πάντα πετούσε κάτι απ’ τον «καιρό που ήταν στην Αμερική και σπούδαζε στα καλύτερα πανεπιστήμια» και άσχετος. Γιατί; Δε θα με πιστέψετε. Θα νομίζετε ότι είναι απ’ τις φορές που αστειεύομαι κι αναμειγνύω τον μύθο με την πραγματικότητα. Διαβάστε, λοιπόν, κι ας αποφασίσει η δική σας κρίση για το ρεαλιστικό ή το σουρεαλιστικό της υπόθεσης.

Σε φοιτητές του πρώτου και του δεύτερου έτους, σε μάθημα για τη βυζαντινή ιστορία, στην ανάλυσή του για την πολιορκία των Αβάρων της Κωνσταντινούπολης, όταν ο βυζαντινός στόλος κατάφερε να τους απωθήσει κι αργότερα ύμνησε τον Ακάθιστο, αφιερωμένο στην Παναγία, που θεώρησαν ότι βοήθησε στη μάχη, ο καθηγητής μας είπε ότι αυτό πρέπει να το θεωρήσουμε ως ιστορικό γεγονός. Δεν εννοούσε απλώς τη μάχη. Δεν εννοούσε απλώς την πίστη των βυζαντινών ότι η Παναγία έβαλε το χεράκι της. Ναι, εννοούσε ότι η Παναγία- η ίδια κι όχι κάποια που της μοιάζει- ήταν στη μάχη και πολέμησε! Είναι κάτι τέτοιες στιγμές, που αμφιβάλλεις ότι κατάλαβες σωστά. Λες «δεν μπορεί, άλλο θα εννοούσε». Όμως, δε μας έδωσε περιθώριο για παρεξηγήσεις.

Αργότερα- στο ίδιο μάθημα- μιλώντας για τα «θαύματα του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη» αναφέρθηκε στην «απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους». Όταν- εγώ ο ίδιος- τον διέκοψα με μια διευκρινιστική ερώτηση, μου απάντησε: «ξέρετε, εγώ δεν μπορώ να αμφιβάλλω για τη γιαγιά μου, που στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, είδε με τα ίδια της τα μάτια τον Άγιο Δημήτριο στα τείχη της πόλης, επάνω στο άλογό του. Δεν μπορώ να πω ότι η γιαγιά μου έλεγε ψέματα». Και λέγοντας αυτό μας προέτρεψε να ψάξουμε στη βιβλιοθήκη της σχολής μας (κι όχι μόνο) να βρούμε πηγές που αναφέρονται στα θαύματα του Αγίου Δημητρίου. Και πάλι, δεν το ‘κανε για να μας εμπλουτίσει με λαογραφικές πηγές, αλλά για να μας δείξει ότι εφόσον υπάρχουν μαρτυρίες για κάτι, πάει να πει ότι είναι και πραγματικότητα…

Γιατί δεν επέλεξα την Αρχαιολογία

Κάπως έτσι, πέρασαν τα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής. Βαθιά μέσα μου το ήξερα πως το όνομά μου θα γραφόταν με χρυσά γράμματα στον τομέα της επιστήμης μου. Φανταζόμουν αμφιθέατρα, κτήρια ολόκληρα, ακόμα και κεντρικούς δρόμους σ’ όλες τις πόλεις της Ελλάδας να παίρνουν το όνομά μου. Μ’ αυτές τις φιλοδοξίες συνέχιζα να διαβάζω.

Για να τα καταφέρω έπρεπε να βρω έναν προσανατολισμό. Την αρχαιολογία την απέρριψα από νωρίς και στεναχωρήθηκα όταν κατάλαβα ότι δεν μου ταιριάζει. Πάντα φανταζόμουν τον εαυτό μου να κάνει μια πολύ σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη. Ήθελα να βρω τον χαμένο θησαυρό του Μ. Αλεξάνδρου! Ήθελα να βρω απομεινάρια από πολιτισμούς που μεγαλούργησαν σε μια προηγούμενη περίοδο και που τώρα βρίσκονται θαμμένοι κάτω από τη γη, περιμένοντας το πέρασμα των αιώνων, μέχρι να βρεθεί κάποιος, που θα τους φέρει στο φως και θα αποκαταστήσει την ιστορία και τη δόξα τους!

Τελικά, όμως, μου ‘βγαινε η πίστη να περνάω τα μαθήματα. Δυσκολευόμουν να απομνημονεύω τους κίονες, τις τεχνοτροπίες, τους αρχιτέκτονες, τα μπετά και τις κατασκευαστικές εταιρίες απ’ την αρχαία Ελλάδα μέχρι το Βυζάντιο. Κάτι 5ρια χτυπούσα στα εισαγωγικά μαθήματα, κι αυτά με το ζόρι κι ύστερα από πολλές προσπάθειες. Ήταν φανερό ότι δεν μπορούσα να μεγαλουργήσω σ’ αυτόν τον κλάδο.

Πιστεύω ότι ήταν σωστή επιλογή να μην επιλέξω την αρχαιολογία. Κάποια στιγμή έμαθα ότι υπάρχουν πολλοί αρχαιολόγοι που η μοναδική τους ανακάλυψη είναι τα αποχωρητήρια του χαμένου δοξασμένου πολιτισμού. Ενώ άλλοι, πεθαίνουν, με μία ατάκα να τους χαρακτηρίζει: «γαμώτο, ούτε κι εδώ έχει κάτι». Το χειρότερο σενάριο είναι μ’ αυτούς τους αρχαιολόγους που σκάβουν, σκάβουν, σκάβουν, δεν βρίσκουν τίποτα, τα παρατάνε και μετά πάει ένας άλλος και με την πρώτη τσαπιά, ανακαλύπτει τα πάντα. Μεγάλα πήλινα δοχεία, που φανερώνουν το επίπεδο της αγροτικής καλλιέργειας και τις μεθόδους αποθήκευσης σιτηρών, κρασιών κλπ. Γεωργικά εργαλεία. Κείμενα που σώθηκαν από μια μεταγενέστερη εποχή και δείχνουν τη διαρκή κατοίκηση της περιοχής στο πέρασμα των χρόνων.

Καλύτερα, λοιπόν, που δεν ακολούθησα την αρχαιολογία. Η αίγλη βρίσκεται στη στιγμή της ανακάλυψης. Αυτήν μόνο σκεφτόμουν. Ποτέ, όμως, δεν προβληματίστηκα με τα χρόνια ερευνών (και ανεργίας προφανώς) που χρειάζεται για να φτάσεις σ’ αυτήν τη στιγμή- και μάλιστα, αν φτάσεις…

Η ορκωμοσία μου

Έτσι, λοιπόν, κατέληξα να κάνω την επιλογή μου. Πήρα γρήγορα το πτυχίο μου κι ετοιμαζόμουν για μια σπουδαία τελετή ορκωμοσίας- βλέπετε ήμουν ο πρώτος απ’ όλο το σόι που έπαιρνε ένα πτυχίο της προκοπής. Ή μάλλον ο δεύτερος. Μ’ είχε προλάβει ο ξάδελφός μου, αλλά δεν υπήρχε ο ίδιος ενθουσιασμός για την ορκωμοσία του. Ο παππούς μου, μάλιστα, όταν του είχα πει ότι ο ξάδελφός μου τελειώνει τη σχολή του, είχε σχολιάσει: «μπα, από πότε οι μπάτσοι θεωρούνται επιστήμονες».

Για τη δικιά μου ορκωμοσία είχα ράψει καινούργιο κοστούμι. Είχα καλέσει όλο μου το σόι. Οι γονείς μου, μου έγραψαν το σπίτι τους για την επιτυχία μου. Η γιαγιά μου, ξέθαψε κάτι λίρες που είχε πριν τον πόλεμο και μου χάρισε μία- μεγάλης αξίας. Η άλλη μου γιαγιά, επειδή δεν είχε λίρες- κι επειδή υπήρχε ένας σκληρός ανταγωνισμός μεταξύ τους- μου έκανε δώρο μία λύρα (με ‘υ’), ποντιακή, επίσης μεγάλης αξίας. Δεν ήξερα πραγματικά ποια να πρωτοευχαριστήσω. Τη λίρα και τη λύρα τις έχω ακόμα στο δωμάτιό μου.

Είχαν έρθει και κάτι μακρινά μου ξαδέλφια απ’ όλη την Ελλάδα. Τους περισσότερους δεν τους ήξερα κι ούτε κατάφερα να τους γνωρίσω. Θυμάμαι μόνο να μου τους συστήνει έναν- έναν ο πατέρας μου, λέγοντας «από ‘δω ο ξάδελφός σου, ο Αλέκος. Ο Αλέκος είναι ο γιος της θείας Αναστασίας, που η μητέρα μου κι ο άνδρας της ήταν δεύτερα ξαδέλφια». Εγώ απλώς κουνούσα το κεφάλι κι έδειχνα εντυπωσιασμένος με τον βαθμό συγγένειας που είχα με το άτομο μπροστά μου. Ο πατέρας μου ήταν κατενθουσιασμένος. Με περισσότερο πάθος περιέγραφε ο πατέρας μου τη συγγένεια που είχα μ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους, παρά ο Χελάκης όταν περιγράφει τις νίκες της ποδοσφαιρικής εθνικής Ελλάδος!

Η ώρα για την ορκωμοσία μου πλησίαζε. Όταν βγήκε ένας εργαζόμενος απ’ την αίθουσα και φώναξε σ’ όλους να περάσουν μέσα για «την τελετή ορκωμοσίας των πτυχιούχων του τμήματος Ιστορίας- Αρχαιολογίας», επικράτησε ένας πανικός. Εγώ κι όλο μου το σόι είχαμε μείνει τελευταίοι και δεν χωρούσαμε όλοι. Άρχισα να φωνάζω. Να διαμαρτύρομαι. Οι γιαγιάδες μου λιποθυμούσαν απ’ τη διαφαινόμενη συμφορά που χτύπησε την οικογένειά μας. Ήρθα σ’ επαφή με τον πρύτανη. Δεν μπόρεσα να του μιλήσω. Απλώς ήρθα σ’ επαφή μαζί του. Το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να του χτυπήσω απαλά τον ώμο και να ξεροβήξω για να με προσέξει. Δεν τα κατάφερα. Τότε ήμουν ένας ασήμαντος τελειόφοιτος κι όχι ένας σπουδαίος ιστορικός, όπως είμαι τώρα. Βγήκα έξω στο πλήθος μου και τους εξήγησα «ήρθα σ’ επαφή με τον πρύτανη, αλλά δε θα κάνει τίποτα». Κάποιοι άρχισαν να κλαίνε. Κάποια ξαδέλφια- πιο θερμόαιμα- έβριζαν τη μάνα του πρύτανη. Προσπάθησα να τους ηρεμήσω. Δέχτηκα την ήττα κι αποφάσισα να μπω μέσα και να συμμετέχω κανονικά στην τελετή ορκωμοσίας- μόνος μου.

Με το που μπήκα μέσα, δεν πίστευα αυτό που είδα. Η τελετή είχε αρχίσει μόλις πριν από πέντε λεπτά κι είχε ήδη κάνει χαιρετισμό ο πρύτανης, ο αντιπρύτανης, 3 καθηγητές του τμήματος, ο δήμαρχος κι ο υπουργός παιδείας. Ακόμα και τον όρκο είχαν διαβάσει. Στα γρήγορα. Μπαμ μπαμ. Όταν μπήκα εγώ άρχισαν να διαβάζουν τα ονόματα ένα ένα. Δεν ήμασταν και πολλοί, οπότε έφτασε κι η δική μου σειρά,. πήγα, έκανα χειραψίες με τον πρύτανη. Μου ψιθύρισε μ’ έναν τόνο αλαζονίας «αν δεν ήμουν εγώ, πανεπιστήμιο με τέτοια ποιότητα, δε θα είχατε». Στη συνέχεια χαιρέτησα  τον πρόεδρο του τμήματος. Μου είπε «αν δεν ήμουν εγώ, δε θα ‘χε οργανωθεί σωστά το τμήμα ιστορίας». Στο τέλος έφτασα μπροστά σε μια γυναίκα, που φαινόταν πιο ταπεινή απ’ τους άλλους. Μου έσφιξε το χέρι και μου ‘πε «αν δεν ήμουν εγώ, θα κάνατε μαθήματα μέσα στη μπίχλα και στα σκατά». Ήταν η καθαρίστρια της σχολής! Στη συνέχεια βγήκα δεκάδες φωτογραφίες, μέχρι να ζαλιστώ απ’ τα φλας των φωτογραφιών. Η τελετή ορκωμοσίας, μόλις είχε τελειώσει για μένα.

Βγήκα έξω και με υποδέχτηκαν σαν ήρωα! Οι παππούδες, συγκινημένοι, με σήκωσαν στους ώμους τους. Τώρα πλέον όλοι κλαίγαμε. Είχαν ανατριχιάσει ακόμα και τα ακριβά φορέματα που έραψαν οι ξαδέλφες μου, απ’ τις οποίες οι μισές έφυγαν με νέα αγόρια!

Όλοι μαζί- εγώ, οι γονείς μου, οι φίλοι κι οι θαυμαστές μου, οι παππούδες, οι γιαγάδες, τα ξαδέλφια, οι ξαδέλφες, οι φίλοι των ξαδέλφων μου, τα ξαδέλφια των φίλων μου κι άλλοι πολλοί- κατευθυνθήκαμε σε μια κοντινή ταβέρνα, για να γλεντήσουμε. Από μόνοι μας το γεμίσαμε το μαγαζί. Όταν ήρθε ο σερβιτόρος για να πάρει παραγγελία, σηκώθηκε ο πατέρας μου περήφανος και φώναξε: «φέρνε! Ό,τι έχεις!». Όταν κάθισε και καθώς όλοι τον χειροκροτούσαν, εγώ γύρισα προς το πλευρό του και του υπενθύμισα τα χρέη που έχουμε στην Eurobank. Ο πατέρας μου χαμογέλασε και μου ‘πε να μην ανησυχώ κι ότι αυτός θα τα κανόνιζε όλα. Όπως κι έγινε τελικά- κατά ανεξήγητο τρόπο.

Στο δρόμο της ιστορικής έρευνας

Αχ, υπέροχες στιγμές πέρασα στα φοιτητικά μου χρόνια. Φτάνει, όμως, τόσο. Εξάλλου, ξέρω, ότι δε με μάθατε για τη φοιτητική μου ζωή, αλλά για την εξαιρετική ιστορική ανακάλυψη που έκανα τα επόμενα χρόνια.

Μετά τη σχολή μου, λοιπόν, ξεκίνησα την έρευνα. Δούλευα παράλληλα σε δουλειές του ποδαριού. Το πάθος μου για την ιστορία και για τη μελέτη με κράτησε κοντά στα βιβλία. Τον ελεύθερο χρόνο μου τον περνούσα στις βιβλιοθήκες της Σαλονίκης. Όταν άνοιγαν καινούργια στέκια λογοτεχνίας και πολιτισμού, πήγαινα για να μελετήσω τους τίτλους των βιβλίων τους.

Διάβαζα τα πάντα. Δεν είχα κάποιο αντικείμενο έρευνας. Όταν έβρισκα κάτι ενδιαφέρον, συνέχιζα να ψάχνω περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτό, μέχρι να βρω κάτι άλλο- ακόμα πιο ενδιαφέρον- για να αλλάξω την κατεύθυνση της έρευνάς μου. Από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, στην δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Από την ιστορία του ποδοσφαίρου στην Αγγλία, μέχρι τους χρυσοθήρες του 20ου αιώνα στο Κεντάκι. Απ’ την Οκτωβριανή Επανάσταση του Νοέμβρη του 1917, μέχρι τις καθημερινές συνήθειες των Ίνκας. Απ’ το ένα θέμα στο άλλο. Εδώ, όμως, οφείλω να αποκαλύψω μια αλήθεια. Το ενδιαφέρον μου άλλαζε απ’ αυτά που παρακολουθούσα στους κινηματογράφους και στην τηλεόραση. Έβαζε η τηλεόραση τον Μονομάχο; Έρευνα για τις μονομαχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εγώ. Έβγαινε νέα ταινία για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο; Έρευνα για τις πολιτικές εξόντωσης των Ναζί, εγώ.

Κάποια περίοδο μελετούσα την ιστορία των πλατειών, των δρόμων, των στεκιών και των καφενείων της Θεσσαλονίκης. Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα εκείνη η περίοδος, γιατί παράλληλα τριγυρνούσα μέσα στη Θεσσαλονίκη, κι έβλεπα την σημερινή εικόνα των τοποθεσιών, για τις οποίες διάβαζα. Πραγματικά, μ’ είχε συνεπάρει αυτή η διαδικασία!

Ο «Σελανικιός»

Ύστερα από κάποιες αναφορές σε παλιές εφημερίδες, αποφάσισα να κάνω ένα ψάξιμο στις πρώτες εφημερίδες που κυκλοφόρησαν στην πόλη. Καθώς, λοιπόν, έβλεπα και ξεφύλλιζα τις ελληνόφωνες εφημερίδες στα τέλη του 19ου αιώνα, βρήκα και μια εφημερίδα που δεν είχε την τύχη να αγκαλιαστεί απ’ το αναγνωστικό κοινό. Ήταν βδομαδιάτικη και πρόλαβε να κυκλοφορήσει σε μόλις 3 τεύχη. Λεγόταν «Σελανικιός», απ’ το Σελανίκ, όπως ήταν γνωστή η Θεσσαλονίκη τότε. Η αρθρογραφία του «Σελανικιού» ήταν μικρής σημασίας. Ασχολήθηκε μόνο με ανακοινώσεις κοινωνικών δεξιώσεων. Σχολίαζε γάμους επιφανών κατοίκων της πόλης. Εκθείαζε το οθωμανικό καθεστώς για τις δημόσιες γιορτές, που διοργάνωνε. Ο «Σελανικιός» ήταν ένας πρόγονος των κουτσομπολίστικων περιοδικών. Αυτός ήταν κι ο λόγος που τέλειωσε τόσο πρόωρα η πορεία του. Απευθυνόταν σ’ ένα κοινό, που δεν ήξερε γράμματα, για να διαβάζει, ενώ αυτοί που ήξεραν, ήθελαν να συμμετέχουν στην πολιτιστική ελίτ και σνόμπαραν τη νέα αυτή εφημερίδα.

Η εφημερίδα ήταν στα χέρια μου, χάρις στη δωρεά δύο αδελφών από το Βελιγράδι της Σερβίας, που ανακάλυψαν μια κούτα στην αποθήκη του παππού τους. Τα φύλλα τα είχε αγοράσει κάποιος προπάππους τους, που αργότερα αναγκάστηκε να εγκαταλήψει τη Θεσσαλονίκη στους Βαλκανικούς Πολέμους. Τα δύο αδέλφια απ’ την Σερβία, έστειλαν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Θεσσαλονίκης την εφημερίδα. Εκεί ήμουν κι εγώ και διάβαζα το δεύτερο φύλλο της. Φαίνεται πως ήμουν ο πρώτος που είχε ασχοληθεί σοβαρά με την εφημερίδα «Σελανικιός». Στη δεύτερη σελίδα, έκανα και την μεγάλη μου ανακάλυψη!

Παρακάτω παραθέτω το άρθρο που ανακάλυψα:

«Ύστερα από την επίσκεψη του καθηγητού Κουτσουλιά εις την πόλην μας, την 06.06.1888, ωφείλομεν όλοι μας να μάθομεν απ’ τα κηρύγματά του, ώστις τα τέκνα των Ελλήνων, να γένουν γερά κι ευτυχισμένα εις το παρόν κι εις το μέλλον. Οι πατεράδες και αι μανάδες πρέπει να ακούσον και να εφαρμόσον όλες τις διδαχές του καθηγητού Κουτσουλιά, μέχρις την τελευταία λεπτομέρεια του λόγου του. Οι γονείς των παίδων των Ελλήνων αν δεν τα μεγαλώσουσι με τοιαύτα τα ήθη, τα παιδία θα κατελήξουσι, εις την καλύτερη των περιπτώσεων, να γίνουσι δυστυχείς, κακόμοιροι, φτωχομπινέδες και μίζεροι. Ο κίνδυνος για τα χείριστα είναι εμφανής, εάν δεν ακολουθήσουσι οι γονείς τας συμβολάς του κ. Κουτσουλιά. Η ανεργία, η εγκληματικότις, η ασυδοσία στα χείριστα ζωικά πάθη του ανθρώπου, η παράβασις των βασικών κανόνων της κοινωνίας μας, η επιθυμία για συνεύρευση με το ιδίον φύλο, η επιθυμία για συνεύρευση με το έτερον φύλο, η φιλία με τον Οξαποδό κ.ο.κ. θα είναι ολίγες απ’ τις συνέπειες στις ζωές των τέκνων σας. Δια τούτον, έκαστος γονέας οφείλει να μάθει απ’ έξω τας συμβουλάς του κ. καθηγητού. Το πεντάωρο μάθημά του και τις συμβουλές του τις συνοψίζομεν συντόμως.

  1. Έκαστος γονέας οφείλει να είναι πολύ προσεχτικός με τη διατροφήν των παιδιών του. Τα παιδία δεν δίνονται να καταλάβουν πότε το στομάχιό τους έχει γιομίσει. Δια τούτο, μην ακούτε τα παιδία, ότε σας λέγουσιν πως έχουνε χορτάσει απ’ το φαΐ. Να τα δίνεται συνεχώς φαΐ! Μη σταματάτε, ακόμα κι αν σας το ζητάνε. Να τα βάζετε συνέχεια φαΐ στο πιάτο των. Προσοχή: τούτο το φαινόμενο παρατηρείται στα παιδία, τουλάχιστον μέχρις την ηλικία των 35 ετών. Ιδιαίτερη έμφαση να δίνετε εις τα εγγόνια σας.
  2. Κάτι ανάλογον ισχύει και εις τας αντιδράσεις του οργανισμού των παιδιών απέναντι στον κρύο καιρό. Λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, δεν γνωρίζουσι εάν κρυώνουν ή εάν ζεσταίνουσι. Τούτο αποδεικνύεται με τα ζωηρά παιδία που είναι σε έξαλλη κατάστασιν, αφού πολύ συχνά φωνάζουσιν «τρελαίνομαι, τρελαίνομαι, μια κρυώνω, μια ζεσταίνομαι». Υποχρέωσις των γονέων είναι να ντύνουν καλά τα παιδία τους, διά λόγους υγείας, να τα υπενθυμίζουν συνεχώς να φορούν τα σακάκιά των και να μην εμπιστεύονται τας αισθήσεις των ιδίων των παιδιών.
  3. Μακροχρόνιες κοινωνιολογικές έρευνες σε πανεπιστήμιο της Μασασουσέτης, αποδεικνύουν ότι τα παιδία γίνονται περισσότερο προσεκτικά, όσο πιο πολύ ακούν τη συμβουλήν «να προσέχεις». Εάν οι γονείς αφαιρεθούν κι ανατρέψουν τα νιάτα, δίχως την τακτική (τουλάχιστον 3 φορές τη μέρα) υπενθύμιση εις την προσοχήν των παιδιών, τότε θα έχουσι πολλαπλά ατυχήματα διά της αφηρημάδας των. Άλλες συνέπειες θα είναι η εμπλοκή των παιδιών με ομάδες νεαρών πονηρού σκοπού ή χείριστα με ληστοσυμμορίτικες επαναστατικές ομάδες που υμνούν την προ δεκαεφτά ετών Παρισινή Κομμούνα. Διά τούτο, καθημερινώς κι επαναληπτικώς οφείλουν οι γονείς να λέγουσι στα παιδιά των, την ασφαλή συμβουλήν «να προσέχεις», ειδάλλως τα παιδία δε θα μάθουσιν ποτέ να προσέχουν.
  4. Στο ίδιο πανεπιστήμιο αποδείχτηκε από εγκεκριμένους επιστήμονας πως τα παιδία αναπτύσσουν κριτική νοημοσύνη μετά το πέρας του θανάτου των γονέων. Διά τούτον, μέχρις ότου να πεθάνετε, οτιδήποτε σκεφτούν κι εκφράσουν τα παιδία σας, θα είναι σαχλαμάρα, ανοησία κι αφέλεια.
  5. Τέλος, δια την ηθικήν ευχαρίστησην των παιδιών σας, δινόμεθα να σας δώσουμε κάποιες συμβουλές. Τα παιδία διαχρονικώς αρέσκονται στο να τα φτιάχνετε τας τρίχας της κεφαλής των, με το σάλιο και το δάκτυλόν σας. Όσο, μάλιστα, πιο ξαφνικά ενεργήσετε, τόσο μεγαλύτερη είναι η ευχαρίστησις των. Σύγχρονες μελέτες είναι κοντά στο να αποδείξουν ότι αντίστοιχη ευχαρίστησις υπάρχει και με το ξαφνικό σπάσιμο των σπυρακίων, ειδικά ότε βρίσκονται σε περίοδο με εντονοτάτην ακμήν».

Η σημασία της ανακάλυψής μου

Ήταν μια σπουδαία ανακάλυψη. Ήταν μια ανακάλυψη- τομή στη σύγχρονή ιστοριογραφία. Ήταν μια ανακάλυψη- σταθμός για τον τομέα της λαογραφίας. Αυτή η ανακάλυψη έδινε τις βάσεις για να ερμηνευθούν πολλές απ’ τις συμπεριφορές των γονέων, που μέχρι τώρα μας φαινόντουσαν ανεξήγητες. Αυτή η ανακάλυψη δείχνει πώς έχουν καθοριστεί κάποιες συνήθειες των γονέων, που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Πόσοι άλλωστε δεν έχουμε αναρωτηθεί, εάν υπήρχε κάποιο βιβλίο συμπεριφοράς, που διάβαζαν στα κρυφά όλοι οι γονείς μας; Πόσες φορές βρεθήκαμε σε αδιέξοδο, όταν προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τις αντιφατικές συμπεριφορές των γονιών μας, που όμως ήταν κοινές, ακόμα κι αν ο ένας είχε μεγαλώσει στην Κρήτη κι ο άλλος στην Μακεδονία;

Αυτή η ανακάλυψη ήρθε να επιβεβαιώσει το εξής: Ναι! Υπήρχαν κι υπάρχουν ακόμα οδηγίες προς ναυτιλομένους γονείς. Έχουν περάσει από γενιά σε γενιά κι είναι παγιωμένες στη συνείδηση όλων, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που όλα τα παιδιά αναρωτιούνται εάν υπάρχει κάποιο εγχειρίδιο πατρικής και μητρικής συμπεριφοράς, που ευθύνεται για τις αλλόκοτες συμπεριφορές τους. Τελικά, ναι! Υπάρχει!

Στη συνέχεια της λαογραφικής μου έρευνας, ανακάλυψα ότι υπήρχαν κι άλλοι σαν τον καθηγητή Κουτσουλιά. Μετέδιδαν τα ίδια κηρύγματα και μάλιστα περιόδευαν από πόλη σε πόλη κι από χωριό σε χωριό. Κατάφεραν με αυτόν τον τρόπο και με τη βοήθεια της Εκκλησίας, να παγιώσουν κάποιες αντιλήψεις στην σύγχρονη ελληνική οικογένεια.

Με τους Βαλκανικούς Πολέμους σταμάτησαν απότομα τα δημόσια μαθήματα συμπεριφοράς των γονέων. Στη συνέχεια οι διδαχές συνεχίστηκαν, αλλά σε πολύ μικρότερη έκταση. Όμως, το κακό είχε ήδη γίνει. Μ’ έναν έμμεσο τρόπο οι διδαχές των ομοίων του καθηγητή Κουτσουλιά, μπόρεσαν να μεταδοθούν από γενιά σε γενιά. Τα παιδιά που είχαν μεγαλώσει με τις νέες παραδόσεις, ακόμα κι όταν είχαν αγανακτήσει, μετέδιδαν τα ίδια ήθη στα δικά τους παιδιά. Επειδή δεν υπήρχαν μαθήματα σωστής διαπαιδαγώγησης των γονέων, ώστε να μπορέσουν να μεγαλώσουν σωστά τα παιδιά τους, μιμούνταν τη συμπεριφορά και τις ενέργειες των δικών τους γονέων, μιας και δεν είχαν άλλον τρόπο να μάθουν στα παιδιά τους, τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς. Το συντηρητικό αντανακλαστικό της οικογένειας, λειτουργούσε στα νέα κι ατίθασα παιδιά, με το που έφτιαχναν τις δικές τους οικογένειες.

Ο θεσμός της οικογένειας, εξάλλου, λειτουργούσε ως ένα όργανο των συντηρητικών δυνάμεων να διαιωνίζουν τις ιδέες και τις απόψεις τους, οι οποίες ξέφευγαν από την θεματολογία της «σωστής οικογένειας» κι άγγιζαν τα όρια της «σωστής κοινωνίας». Εφόσον η οικογένεια είχε κεφαλή που αποφάσιζε λίγο πολύ τα πάντα από το πόσο θα φας μέχρι το τι θα σκέφτεσαι, έδινε νομιμοποίηση σε μια ιεραρχική κοινωνία που διευθύνεται από ένα πρόσωπο ή μια ομάδα από αυθεντίες. Εφόσον νομιμοποιείται ο πατέρας να χτυπήσει τα παιδιά του, για το δικό τους καλό και για να υιοθετήσουν τις σωστές κοινωνικές συμπεριφορές, νομιμοποιείται παράλληλα κι η ‘κεφαλή της κοινωνίας’ να ‘νουθετεί’ την κοινωνία, όταν αυτή ‘παρεκτρέπεται’. Κατ’ επέκταση, σε μια κοινωνία είναι η άρχουσα τάξη αυτή που δικαιούται να χτυπάει και να τιμωρεί τις κατώτερες τάξεις, όταν αυτές επαναστατούν. Δεν γνωρίζουν αν πεινάνε, δεν γνωρίζουν αν κρυώνουν, δεν ξέρουν τι είναι κίνδυνος και τι όχι, κριτική σκέψη δεν έχουν. Έτσι, η άρχουσα τάξη έχει το δικαίωμα να αμύνεται με όλα τα μέσα, για να μην ανατραπούν οι κοινωνικές σχέσεις εξουσίας της. Παράλληλα η ίδια αισθάνεται και μια ηθική υποχρέωση να διαπαιδαγωγήσει τις κατώτερες τάξεις, μιας κι έχει πείσει τον εαυτό της ότι οδηγεί την κοινωνία σε ασφαλές σημείο κι ότι οι κατώτερες τάξεις δε γνωρίζουν τίποτα.

Και ως επιβεβαίωση της σχέσης άρχουσας τάξης με το ιδεολογικό πλαίσιο της οικογένειας, έρχεται κάποια στιγμή στον χρόνο μια στρατιωτική δικτατορία, που κόβει και ράβει νόμους και πρακτικές, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των μεγαλοεργολάβων και των εφοπλιστών. Κι αυτό το Σιδερένιο Τακούνι επιλέγει ως βασικές του αξίες την πατρίδα, τη θρησκεία και… την οικογένεια.

Τα παραπάνω, βέβαια, ακούγονται αιρετικά ακόμα και σήμερα. Δεν τα αποδέχεται ούτε η επίσημη ακαδημαϊκή κοινότητα, που τείνει να πιστεύει ότι ο θεσμός της οικογένειας είναι διαχρονικός κι αναλλοίωτος στο χρόνο. Μια επιστημονική κοινότητα που έχει μέλη της σαν τον καθηγητή Κ., ο οποίος θεωρεί ιστορικό γεγονός τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη κι ακόμα ίσως να συζητάει την εγκυρότητα της θεωρίας της καταγωγής των ειδών. Μιας επιστημονικής κοινότητας που θεωρεί ότι ο όρος «ταξική πάλη» ήταν μια εφεύρεση ενός ‘δολοπλόκου’ Γερμανού κάπου στον 19ο αιώνα.

Επίλογος

Το πιο σημαντικό ίσως της ανακάλυψής μου- και χαίρομαι γι’ αυτό- είναι ότι μου έχει ανοίξει δρόμους για τη συνέχεια της επαγγελματικής μου καριέρας. Φιλοδοξίες κι όνειρα ακόμα κάνω. Χαίρομαι ιδιαίτερα για τις νέες ανακαλύψεις και μελέτες που γίνονται πάνω στις συνήθειες των γονιών μας, ακόμα και γι’ αυτές που συγκρούονται ευθέως με τη δική μου ανάλυση. Έτσι μόνο μπορεί να προχωρήσει η επιστήμη της Ιστορίας. Από επίπονες κι επίμονες συζητήσεις.

Στεναχωριέμαι, όμως, γι’ αυτούς που προσπαθούν να μειώσουν την αξία των επιχειρημάτων μου, ρίχνοντας λάσπη. Κανείς δεν μπορεί να με κατηγορεί για πλαστογράφηση εγγράφων. Κανείς δεν μπορεί να μου προσάπτει προβλήματα στις οικογενειακές μου σχέσεις- ώστε να αποδείξει ότι εκδικούμαι τη δική μου οικογένεια κι ότι κατ’ επέκταση αυτά που λέω δεν ισχύουν. Ελπίζω το αναγνωστικό κοινό να καταλαβαίνει την σαθρότητα και την γελοιότητα αυτού του είδους των επιχειρημάτων.

Πλέον ζω κι εργάζομαι στο Λονδίνο. Το πάθος μου για την ιστορία δεν έχει σβήσει καθόλου. Απεναντίας, μάλιστα. Έχει φουντώσει! Αυτήν την περίοδο κάνω μία έρευνα πάνω στις ηχητικές διαφορές που αναπτύσσουν οι σκύλοι της Βόρειας Ευρώπης με τους σκύλους της Μεσογείου. Παρότι ξεφεύγει απ’ τα στενά όρια της ιστορικής έρευνας και μπαίνει ξεκάθαρα στα ζητήματα της γλωσσολογίας, μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τις διαφορές στη γλώσσα και στην προφορά μεταξύ εθνικοτήτων ανά τον κόσμο κι ίσως να ρίξει φως πάνω στις αιτίες μετανάστευσης του πρώτου ανθρώπου και της μετοίκισης του στην Ευρώπη. Ίσως πάλι ανακαλύψω ότι δεν υπάρχει καμία σχέση σε όλα αυτά.

Όπως και να ‘χει, θα χαρώ πολύ να ακούσετε νέα από μένα σύντομα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s