Ο δρ. Λ. κι η υπόθεση της κυρά- Κατίνας

Λογοτεχνικά… του foivery.

1

Ο δρ. Λ. ήταν ίσως ο πιο σατανικός επιστήμονας που έζησε στη Γη! Από 5 χρονών άρχισε να εργάζεται εντατικά για την καταστροφή του κόσμου. Στο νηπιαγωγείο ακόμα, έφτιαχνε πύργους από τουβλάκια μ’ εύθραυστη δομή, ώστε με την πρώτη ευκαιρία και μ’ ένα απλό φύσημα, γκρέμιζε το οικοδόμημά του πάνω σε κάποιο ανυποψίαστο πιτσιρίκι. Στη Β’ Δημοτικού ήδη είχε αλλάξει 4 σχολεία. Στους συμμαθητές του γεννήθηκαν ψυχολογικά τραύματα, ενώ οι δάσκαλοί του δεν μπορούσαν να τον υπομείνουν, παρά τα μπόνους που τους έταζαν απ’ το Υπουργείο Παιδείας.

Οι γονείς του ποτέ δεν αντέδρασαν για τη συμπεριφορά του παιδιού τους. Κι αυτό όχι γιατί ήταν αδιάφοροι ή κακοί, αλλά γιατί ποτέ δεν έμαθαν για τα καμώματα του γιού τους. Ο δρ. Λ. μπορούσε να εξαπατά τους δασκάλους του, όταν καλούσαν τους γονείς του στο σχολείο. Υποδυόταν ο ίδιος τον πατέρα του- ενίοτε και τη μητέρα του- καμιά φορά και τους δύο ταυτόχρονα.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ο δρ. Λ. εξελίχθηκε σ’ ένα απ’ τα πιο σατανικά μυαλά της ηλικίας του, ενώ οι γονείς του τον είχαν για το καλύτερο παιδί του κόσμου. Ήταν ένα φυσικό ταλέντο, που προμήνυε μια λαμπρή καριέρα!

Τα χρόνια πέρασαν, ο δρ. Λ. μεγάλωσε κι έγινε ακόμα πιο επικίνδυνος για την ανθρωπότητα. Διάφοροι επιφανείς ήρωες- πράκτορες- κομάντος προσπάθησαν να τον σταματήσουν και να τον «χώσουν στη στενή». Όλες τους οι προσπάθειες κατέληγαν σε πανηγυρικές αποτυχίες. Κι όταν λέμε «πανηγυρικές», δεν είναι σχήμα λόγου. Ο δρ. Λ. εκτός από σατανικός ήταν και πλακατζής. Κάθε φορά που κέρδιζε έναν αντίπαλο, διοργάνωνε πανηγύρια σε διάφορα χωριά της Ελλάδας, με τσίρκο, πυροτεχνήματα, μαλλί της γριάς και συγκρουόμενα! Από αυτές τις δραστηριότητες είχε τεράστια έσοδα. Οι ανυποψίαστοι χωριάτες δεν είχαν ιδέα ότι το λεφτά τους πήγαιναν  για να εξυπηρετήσουν δόλιους σκοπούς.

Τα τελευταία χρόνια ο δρ. Λ. εργαζόταν πάνω στην πιο σατανική ίσως ιδέα του. Έφτιαχνε μία σατανική μηχανή πάνω σ’ έναν σατανικό πύργο. Οι εργασίες του γινόντουσαν μόνο τα βράδια. Οι εργάτες του δεν ήξεραν τι ακριβώς φτιάχνουν- ο κάθε εργάτης ήταν ενήμερος μόνο για τη δουλειά του. Οι μισθοί ερχόντουσαν στην ώρα τους, κι έτσι κανείς δεν ήθελε να γίνει αδιάκριτος. Ο δρ. Λ. εργαζόταν εντατικά κι έκανε συνεχώς επιβλέψεις και διορθώσεις. Πολλές φορές ακουγότανε το υποχθόνιο γέλιο του, που τρόμαζε όλο το εργατικό δυναμικό. Μεταγενέστερες μαρτυρίες λένε ότι τις νύχτες που έβρεχε κι έριχνε κεραυνούς και αστραπές ο δρ. Λ. σχεδόν μεταμορφωνόταν σε μια απαίσια μορφή! Άλλοι λένε ότι αυτή η απαίσια μορφή δεν ήταν ο ίδιος ο δρ. Λ., αλλά ένα ομοίωμά του, ενώ κάποιοι ισχυρίζονται ότι τον άκουγαν να μονολογεί και να φωνάζει «ΧΑ ΧΑ!! Αυτή η σατανική μηχανή θα με κάνει ακόμα πιο σατανικό». Είναι δύσκολο- ακόμα και σήμερα- να ξεχωρίσουμε την αλήθεια απ’ το ψέμα. Όπως και να ‘χει, το ότι τα σχέδιά του ήταν σατανικά… ε, αυτό πια το ήξεραν κι οι πέτρες!

Μια μέρα, οι εργάτες βρήκαν τον πύργο κλειστό. Περίμεναν… περίμεναν… Κανένας δεν εμφανίστηκε. Φοβήθηκαν ότι ο δρ. Λ. την είχε κοπανήσει απ’ τη χώρα. Πίστευαν ότι είχε μεταφέρει τις επιχειρήσεις του κι αυτός στη Βουλγαρία, όπως τόσοι και τόσοι όμοιοί του. Έκαναν συνέλευση, οργανώθηκαν κι αποφάσισαν να κάνουν κατάληψη τον πύργο! Σήκωσαν ψηλά τα λάβαρά τους (τσουγκράνες, σφυριά, δρεπάνια) και την ώρα που πήγαν να σπάσουν την πόρτα, αυτή άνοιξε από μόνη της. Ξαφνικά, ο δρ. Λ. φάνηκε να κατεβαίνει βιαστικός τις σκάλες.

-«Μα, τι κάνετε εσείς εδώ;», τους ρώτησε;

-«Ήρθαμε να δουλέψουμε, έχει ήδη βραδιάσει, και δε μας άνοιγε κανείς», απάντησε κάποιος απ’ τους εργάτες.

-«Μάλλον, πρόκειται για παρεξήγηση», είπε ο δρ. Λ. «Δε σας ενημέρωσα σωστά. Το έργο έχει τελειώσει, πριν απ’ τον αρχικό προγραμματισμό. Έδωσα τραπεζική εντολή να αποζημιωθείτε το υπόλοιπο ποσό. Μπορείτε να δείτε τους τραπεζικούς σας λογαριασμούς».

-«Άσε τα σάπια», φώναξε κάποιος από πίσω. Ύστερα από μια δεκάλεπτη συζήτηση, οι εργάτες αποφάσισαν να μιλήσουν με τις οικογένειές τους για να πάνε να ελέγξουν τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Τελικά, ο δρ. Λ. έλεγε την αλήθεια. Δεν υπήρχε λόγος να κάνουν κατάληψη. Ευχαρίστησαν, καληνύχτισαν τον δρ. Λ. κι έφυγαν. Ο δρ. Λ. πλέον ήταν έτοιμος! Τώρα μπορούσε να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό του.

2

Το πρώτο του θύμα ήταν μια γριούλα, η κυρά- Κατίνα. Ζούσε το 88ο έτος της ηλικίας της. Ήταν συνεχώς ντυμένη στα μαύρα και το μόνο έκθετο σημείο του σώματός της ήταν το πρόσωπο. Αυτή η ενδυμασία χειμώνα- καλοκαίρι. Η καημένη, η κυρά- Κατίνα, ούτε τα ψώνια δεν μπορούσε να κάνει μόνη της. Ήταν ένα ράκος. Ο σύζυγός της είχε πεθάνει πριν από πολλά χρόνια. Δε γύρισε να ξανακοιτάξει άλλον άνδρα. Άλλωστε, δεν το είχε κι ανάγκη, αφού είχε καταστείλει τις σεξουαλικές της ορμές απ’ όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί. Βλέπετε, η οικογένειά της, όπως αργότερα κι ο άνδρας της, ήταν της Εκκλησίας. Απ’ τους γονείς της δεν κληρονόμησε τίποτα, παρότι είχαν πάνω από εκατό στρέμματα. Τα έγραψαν όλα στην Εκκλησία. Σε τέτοιο περιβάλλον μεγάλωσε κι έζησε η μικρή Κατερινούλα (που αργότερα έγινε κυρά- Κατίνα).

Όταν πέθανε κι ο άνδρας της, βούτηξε στον εκκλησιασμό. Έγινε η πιο πιστή χριστιανή κι ακολουθούσε κατά γράμμα τα κηρύγματα, τις συμβουλές και τις οδηγίες του παπα- Σταύρου. Ο παπα- Σταύρος ήταν ο παπάς της ενορίας κι απ’ τους μεγαλύτερους αλήτες του χωριού! Αυτός είχε πείσει τους γονείς της Κατίνας- πιτσιρικάς ακόμα- να γράψουν όλη την περιουσία στην ενορία του. Σε αντάλλαγμα είχε υποσχεθεί την επουράνια αιώνια γαλήνη γι’ αυτούς και για την κόρη τους την επίγεια φροντίδα. Τώρα που η κυρά- Κατίνα είχε χάσει τον άνδρα της, ο παπα- Σταύρος αισθανόταν πως έπαιζε μπάλα μόνος του. Η κυρά- Κατίνα ήταν αυτό που λέμε «κοινωνικά καθυστερημένη». Ο παπα- Σταύρος ήταν αυτό που λέμε «αναίσθητο γουρούνι»! Μπορείτε, λοιπόν, να φανταστείτε τον βαθμό στείρας εκμετάλλευσης του παπα- Σταύρου, που πραγματικά «δεν είχε τον Θεό του»!

Όμως, κυκλοφορούσε μια φήμη ότι η κυρά- Κατίνα είχε κρατήσει μια μικρή περιουσία κρυμμένη κάπου στο σπίτι της. Ο παπα- Σταύρος δεν έδινε ιδιαίτερη βάση σ’ αυτές τις φήμες, γι’ αυτό και ποτέ δεν την πίεσε να του πει την αλήθεια. Πάντως, οι φήμες ερχόντουσαν κι έφευγαν. Κάποιες έλεγαν ότι είχε πάνω από τριάντα χρυσές λίρες, άλλες ότι τις είχε θάψει μαζί με το φέρετρο του άνδρα της, άλλες ότι τις είχε λιώσει κι ότι ήταν ιδιοκτήτρια μεγάλης επιχείρησης στην πρωτεύουσα. Τα περισσότερα που ακούγονταν δεν είχαν καμία βάση, αλλά όπου υπάρχει καπνός, συνήθως υπάρχει και φωτιά…

3

Αυτήν τη γιαγιά, λοιπόν, ο δρ. Λ. την είχε εντοπίσει. Ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να δοκιμάσει τη μηχανή του. Κι αυτό γιατί, ακόμα κι αν κάτι δεν πήγαινε καλά κι η κυρά- Κατίνα το μαρτυρούσε, κανείς δε θα την πίστευε.

Ο δρ. Λ. αργά το βράδυ πήγε στον πύργο του. Ξάπλωσε στο ειδικό κρεβάτι, που ήταν προσαρμοσμένο στη μηχανή. Ρύθμισε στο κομπιούτερ τα στοιχεία που χρειαζόταν: όνομα θύματος, διεύθυνση, Τ.Κ. Πάτησε το έντερ και σβουμμμμ! Τα κατάφερε- είχε μεταφερθεί στο όνειρό της!

4

Ο δρ. Λ. βρισκόταν μέσα σ’ ένα παλιό διαμέρισμα, μιας οικοδομής χτισμένης τη δεκαετία του ’60. Το σαλόνι είχε πολλά και βαριά έπιπλα. Ο τοίχος ήταν καλυμμένος ολόκληρος από μια ταπετσαρία πράσινου φόντου, όπου ξεδιπλωνόταν ένα κιτρινωπό σχέδιο που θύμιζε λουλούδι κι επαναλαμβανόταν καθώς ανέβαινε προς το ταβάνι. Ο δρ. Λ. καθόταν σε μια πολυθρόνα και βασίλευε η απόλυτη ησυχία. Ξαφνικά μπροστά του εμφανίστηκαν η κυρά- Κατίνα με τη φίλη της, όπου καθόντουσαν κι αυτές στο σαλόνι και συζητούσαν για τους άνδρες τους, πίνοντας τον καφέ τους. Ο δρ. Λ. εξαφανίστηκε και μπήκε πάλι από την πόρτα της κουζίνας. Οι κυρίες δεν τον είχαν προσέξει, ώσπου ο δρ. Λ. μίλησε.

-«Κατερίνα»;

-«Ποιος είναι;», φώναξε τρομαγμένη η κυρά- Κατίνα.

-«Ένας φίλος. Δεν έχει σημασία πώς με λένε. Σημασία έχει τι νέα σου φέρνω και από ποιον». Η κυρά- Κατίνα αναστατώθηκε. Η φίλη της είχε εξαφανιστεί απ’ το όνειρο. Ξαφνικά βρέθηκαν κι οι δυο τους στην κουζίνα. Το νερό στην κατσαρόλα έβραζε κι ο δρ. Λ. αισθανόταν να χάνεται η σύνδεσή του. Η κυρά- Κατίνα του μιλούσε για το πώς πήγε ο μανάβης να τη γελάσει στα ρέστα.

-«Κατερίνα, άκου με», τη διέκοψε ο δρ. Λ. και την έπιασε απ’ τους ώμους. «Άκου με, γιατί δεν ξέρω πόσο χρόνο έχουμε. Με στέλνει ο άνδρας σου. Ναι, ο άνδρας σου. Άκου με προσεκτικά. Βρίσκεται στον Παράδεισο, αλλά κινδυνεύει να τον διώξουν. Έκανε κάτι πολύ κακό. Δεν έχω χρόνο να σου εξηγήσω. Έχει μια ευκαιρία να μείνει. Πρέπει να τον βοηθήσεις».

-«Τι να κάνω; Τι να κάνω;», ρωτούσε η κυρά- Κατίνα με δάκρυα στα μάτια.

-«Τις λίρες! Τις λίρες που κρατάς κρυμμένες και δεν το ‘χεις πει ούτε στον παπα- Σταύρο. Πρέπει να με βρεις και να μου τις δώσεις. Μόνο έτσι θα σώσεις τον άνδρα σου».

-«Πού θα σε βρω; Πού θα σε βρω;».

-«Δεν ξέρω. Αν δεν το κάνεις, όμως, ο άνδρας σου θα καταδικαστεί στην Κόλαση για πάντ…».

Ο δρ. Λ. άνοιξε τα μάτια του. «Λες να έπιασε;», ρώτησε τον εαυτό του.

Η κυρά- Κατίνα άνοιξε τα μάτια της. Έκλαιγε με λυγμούς. Ποτέ δεν είχε κλάψει τόσο δυνατά! «Αχ, Παντέλο μου. Θα τόνε βρω τον Άιο π’ μ’ ‘στειλες. Θα τόνε βρω και θα σε σώσ’…».

5

Το πρώτο μέρος του σχεδίου του δρ. Λ. είχε πετύχει. Μπήκε στο όνειρο του θύματος, είπε αυτά που ήθελε να πει, το θύμα τα πίστεψε. Τώρα, ο δρ. Λ. έπρεπε απλώς να… βγει για μια βόλτα- στη γειτονιά της κυρά- Κατίνας.

Η κυρά- Κατίνα είχε σηκωθεί κι έτρεξε να πάει στον παπα- Σταύρο. Η ώρα ήταν 5 το πρωί κι η παπαδιά τον ενημέρωσε ότι ο παπα- Σταύρος έλειπε.

-«Τέτοια ώρ’; Μα, πού ίν’;».

-«Κάθε βράδυ λείπει, κυρά- Κατίνα μου. Πηγαίνει και βοηθάει σ’ ένα φιλόπτωχο ίδρυμα νεαρές κορασίδες να βρουν τον προσανατολισμό τους. Να του πω να ‘ρθει να σε βρει, όταν γυρίσει;».

-«Δεν γίνεται», μονολόγησε η κυρά- Κατίνα. «Θα τόνε περιμέν’ εδώ».

-«Εντάξει, καλή μου», απάντησε η παπαδιά. «Πέρασε μέσα να σου κάνω καφέ».

Όση ώρα περίμενε η κυρά- Κατίνα, φαινόταν πολύ ανήσυχη. Ήπιε πολύ γρήγορα τον καφέ της και κάθε τόσο κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο να δει αν έρχεται ο παπα- Σταύρος. Κατά τις 6.30πμ ακούστηκαν κλειδιά στην πόρτα. Ο παπα- Σταύρος προσπαθούσε να βάλει το σωστό κλειδί. Η κυρά- Κατίνα σηκώθηκε η ίδια κι άνοιξε την πόρτα. Ο παπα- Σταύρος πέρασε μέσα, ήταν τύφλα στο μεθύσι και παράγγειλε αμέσως «καφέ»! Η παπαδιά πήγε να εκτελέσει τη διαταγή του, ενώ ο παπα- Σταύρος απλώθηκε στον καναπέ. Δεν έδινε καμία σημασία στην κυρά- Κατίνα, που του εξιστορούσε το όνειρό της. Όταν, όμως, αναφέρθηκε στις λίρες, πετάχτηκε όρθιος, το μάτι του άνοιξε κι η μέθη του είχε εξαφανιστεί στο δευτερόλεπτο.

-«Ποιες λίρες, κυρά μου;».

-«Ε… να… είχ’ ένα αποκούμπ’ γι’ ώρα ‘νάγκης…».

-«Και δεν είναι οι ανάγκες της Εκκλησίας για τη σωτηρία των φτωχών ώρα ανάγκης;», φώναξε ο παπα-Σταύρος.

-«Μη μ’ μαλών’ς βρε παπά μ’. Εγώ ήρθ’ να σ’ ρωτήσ’ πώς θα σώσ’ τον άνδρ’ μ’. Πού θα τόνε βρω τον Άιο;».

-«Τι βλακείες λες, κυρά- Κατίνα; Ποιος άγιος και χαζομάρες; Ένα χαζό όνειρο ήτανε. Σιγά μην κατέβηκε άγγελος για να σου πει για τον άνδρα σου».

-«Γιατί παπά μ’; Την άλλη φορά πώς ήρθ’ ο Άη Γιώργης;», ρώτησε με αφέλεια η κυρά- Κατίνα, που ήταν σίγουρη για τις επισκέψεις των αγίων στα όνειρά της. Εκείνη την ώρα μπήκε στο σαλόνι με τον καφέ του άνδρα της η παπαδιά. Κοίταξε αυστηρά τον παπα-Σταύρο, σα να του έλεγε ότι δεν το χειρίζεται σωστά.

-«Παπα- Σταύρο», είπε η παπαδιά, «ξεχνάς ότι έρχονται άγιοι κι ότι οι μόνοι που βρίσκονται σ’ επαφή μαζί τους είναι οι άνθρωποι του Θεού;». Το μάτι του παπα- Σταύρου γυάλισε. Ήταν τόσο αναστατωμένος που του είχαν διαφύγει οι λίρες, που ξέχασε ακόμα και τα βασικά του κόλπα.

-«Μα, φυσικά», είπε κι η φωνή του απέκτησε μια γλυκύτητα. «Πώς το ξέχασα; Για πες, κυρά- Κατίνα μου, ξανά απ’ την αρχή το όνειρό σου». Αυτήν τη φορά την άκουγε με μεγάλη προσοχή. Ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Βαριότανε αφόρητα και με το ζόρι κρατούσε τα χασμουρητά του. Κάθε τόσο κουνούσε πάνω κάτω το κεφάλι του κι έκανε καμιά ερώτηση, για να φαίνεται ότι την παρακολουθεί. Μετά από δυο ώρες εξαντλητικής ανάλυσης του ονείρου και των συνειρμών της κυρά- Κατίνας, ο παπα- Σταύρος αποφάνθηκε.

-«Θα τον σώσουμε τον άνδρα σου. Είναι κατανοητό ότι στον Παράδεισο που βρισκόταν έκανε κάποιο λάθος. Όμως, ο Θεός τού έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία για να τον δοκιμάσει. Και μαζί μ’ αυτόν δοκιμάζει κι εσένα. Και τη δική σου πίστη. Ήξερε ο Θεός ότι έχεις λίρες- πώς αλήθεια πίστευες ότι θα Του κρυφτείς; Κι επειδή είδε ότι ακόμα διατηρείς την επαφή σου με τα υλικά αγαθά, σε δοκιμάζει κι εσένα. Είδε την αλαζονεία που γεννιέται μέσα σου με την προσδοκία σου να εκμεταλλευτείς τις λίρες που ‘χεις στα χέρια σου και να απολαύσεις διάφορους πειρασμούς. Πώς, όμως, μπορούσες να τις κρατάς, την ώρα που βλέπεις γύρω σου παιδιά να πεινάνε; Ήταν μια μεγάλη αμαρτία για σένα. Έχεις, όμως, κι εσύ την ευκαιρία σου να λυτρωθείς και παράλληλα να σώσεις και τον άνδρα σου. Πήγαινε, καλή μου. Πήγαινε στο σπίτι σου και φέρε μου- μας- τις λίρες. Εμπρός, σήκω, μην καθυστερείς, ο άνδρας σου κινδυνεύει».

Η κυρά- Κατίνα δίστασε. «Βρε, παπά μ’. Μήπως πρέπ’ να τς δώσ’ στον Άιο; Αυτό μ’ ‘πε».

-«Μην ανησυχείς, φέρε μου- μας- τις λίρες και θα τις δώσουμε εμείς στον Άγιο».

-«Μα, αφού δεν ξες ποιος Άιος είν’… Ούτ’ εγώ κατάλαβ’ ποιος ήτανε». Για μια στιγμή ο παπα- Σταύρος κόλλησε, απ’ το… λογικό επιχείρημα που έφερε η κυρά- Κατίνα μέσα σ’ όλο το σκηνικό του παραλόγου.

-«Θα τον βρούμε. Θα τον ενημερώσουμε. Θα κινήσουμε γη και ουρανό. Πήγαινε τώρα».

6

Η κυρά- Κατίνα γυρνούσε τώρα στο σπίτι της. Θα πήγαινε κατευθείαν στην κρυψώνα της και θα έδινε τις λίρες στον παπα- Σταύρο. Σ’ όλη τη διαδρομή μονολογούσε. «Βρε κακό π’ μ’ βρήκε», «Τι πήγ’ς κ’ έκαν’ς ‘κει στου Παραδείσου, καημέν’ μου;» κι άλλα τέτοια. Ώσπου ξαφνικά, έμεινε κόκαλο! Λίγα μέτρα κάτω απ’ το σπίτι της στεκόταν ένας κύριος- κάπνιζε αμέριμνος- κι ήταν ολόιδιος με τον άγιο του ονείρου! «Δεν μπορεί», σκέφτηκε. «Αυτός θα ‘ναι». Προβληματίστηκε πολύ. Τον πλησίασε και τον μελετούσε εξονυχιστικά, μην μπορώντας να πιστέψει την τύχη της.

Ο κύριος ήταν ο δρ. Λ. Είδε την κυρά- Κατίνα να τον πλησιάζει και προσπάθησε να μείνει πολύ ψύχραιμος. Το σατανικό του σχέδιο τώρα φτάνει στο απόγειό του. Έπρεπε να παίξει καλά τον ρόλο του και φυσικά να μην… γελάσει! Ναι, να μην γελάσει, γιατί όλους τους πιάνουν τα γέλια όταν συμμετέχουν σε μία φάρσα! Μάλιστα, λοιπόν, φάρσα ήταν το ‘σατανικό’ σχέδιο του δρ. Λ. Καμία όρεξη δεν είχε να κλέψει φτωχές γριούλες, που τις εκμεταλλεύονται άλλοι… Ήθελε να την γελάσει. ήθελε να την κοροϊδέψει. Ήθελε να τις τσακίσει τα όνειρά της. Ήθελε να τις καταστρέψει τις προσδοκίες και τις αυταπάτες της. Δημιούργησε τη μηχανή του, πήγε στο όνειρο της κυρά- Κατίνας γι’ αυτήν ακριβώς τη στιγμή! Κι η κυρά- Κατίνα ήταν το πρώτο του- δοκιμαστικό- θύμα…

-«Συ δεν είσ’;», τον ρώτησε η κυρά- Κατίνα.

-«Παρακαλώ;», ρώτησε αδιάφορα ο δρ. Λ.

-«Συ είσαι! Ήρθες χθες, για να σ’ δώσ’ τς λίρες π’ κρατώ. Θα σώσ’ τον άνδρ’ μου, ε;».

-«Συγγνώμη, κυρία μου; Τι λέτε; Πρώτη φορά σας βλέπω».

-«Ξέρ’ς, ξέρ’ς εσύ», του ‘κλεισε το μάτι. «Πω πω πω… Δεν πίστευα ότι θα σέ ‘βρω».

-«Κυρία μου, λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί με ψάχνετε».

-«Άιέ μου… Άιέ μου… Περίμενέ μ’ έν’ λεπτό. Σ’ φέρν’ τς λίρ’ς». Με μια απίστευτη ευκινησία και σβελτάδα πήγε κατευθείαν στην πόρτα της οικοδομής. Ανέβηκε δυο- δυο τα σκαλοπάτια της εισόδου, μπήκε στο σπίτι της, ξέθαψε τις λίρες απ’ τις κρυψώνες, που τις είχε χωρίσει, τις έβαλε σ’ ένα σακουλάκι και με την ίδια ταχύτητα κατέβηκε να βρει τον άγιό της.

Ο δρ. Λ. περίμενε ακόμα εκεί. Η κυρά- Κατίνα τον πλησίασε και του ‘δωσε το σακουλάκι.

-«Σας παρακαλώ, κυρία μου, δεν μπορώ να δεχτώ τίποτα από σας».

-«Βρε, πάρ’ τς λίρες να με σώσ’ς».

-«Τι λέτε, κυρία μου; Είναι δυνατόν να δεχτώ λίρες μιας γιαγιάς; Σας παρακαλώ πολύ, να τις κρατήσετε». Αυτός ο διάλογος επαναλαμβανόταν όλη την ώρα. Η κυρά- Κατίνα θύμωνε όσο περνούσε η ώρα. Σε κάποια στιγμή άρπαξε το χέρι του αγίου της, έχωσε το σακουλάκι μέσα στη χούφτα του δρ. Λ. κι έκλεισε πάλι την χούφτα του.

-«Θα τς πάρ’ς», είπε αποφασιστικά η κυρά- Κατίνα.

-«Δεν τις θέλω», φώναξε ο δρ. Λ. Πέταξε τις λίρες πάνω στο σώμα της κι άρχισε να τρέχει.

-«Πιάστε τον! Πιάστε τον!», φώναζε καθαρά η κυρά- Κατίνα, που δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει. Έλαμψε το πρόσωπό της, όταν είδε έναν νεαρό να βάζει τρικλοποδιά στον δρ. Λ., να τον ρίχνει κάτω και να τον ακινητοποιεί. Ο δρ. Λ. είχε χτυπήσει στο κεφάλι, όχι όμως σοβαρά. Από τη μία πονούσε κι απ’ την άλλη ήθελε να σκάσει στα γέλια. Το σχέδιό του προχωρούσε.

-«Ρε αλήτη, δεν μπορείς να τα βάλεις με κάποιον σαν εμένα και κλέβεις ανυπεράσπιστες γριούλες;», είπε ο νεαρός.

-«Περίμενε», ψιθύρισε ο δρ. Λ. «Παρεξήγηση. Δεν κατάλαβες».

-«Τι δεν κατάλαβα ρε; Τι δεν κατάλαβα ρε;», φώναξε ο νεαρός. Τότε έφτασε λαχανιασμένη η γριούλα. «Γιαγιά, τι σου έκλεψε αυτό το ρεμάλι;».

-«Τίποτ’ παιδί μ’».

-«Τίποτα;».

-«Τίποτ’».

-«Τίποτα», επιβεβαίωσε ο δρ. Λ.

-«Ε, τότε, τι;», απόρησε ο νεαρός.

-«Πήγ’ να φύγ’ χωρίς να πάρ’ τς λίρες μ’. Κι πώς θα σωθ’ ο άνδρας μου, ε;». Ο νεαρός έμεινε με το στόμα ανοικτό. Δεν κατάλαβε γρι απ’ αυτά που του έλεγε. Ο δρ. Λ. πετάχτηκε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

-«Η κυρία νομίζει ότι είμαι κάποιος άγιος, που πρέπει να πάρει τις λίρες της, για να σώσει τον νεκρό άνδρα της». Ο νεαρός δεν μπορούσε να πιστέψει σε τι ιστορία είχε μπλέξει κι ο ίδιος.

-«Γιαγιά!», τη διέκοψε την ώρα που πήγαινε να βάλει μέσα στην μπλούζα του δρ. Λ. τις λίρες. Αφού κατάφερε να την ηρεμήσει, τη ρώτησε «ποιος νομίζεις ότι είναι ο κύριος;».

-«Ένας άιος, γιέ μου, που ‘ρθε εψές στον ύπνο μ’ και μ’…».

-«Καλά, καλά, κατάλαβα», είπε ο νεαρός. «Σας έκλεψε τίποτα», ρώτησε πάλι.

-«Όχι».

-«Σας πήρε τίποτα δικό σας;», ρώτησε για να επιβεβαιώσει την αθωότητα τού δρ. Λ.

-«Όχι, καλέ. Αυτό είν’ το πρόβλημ’ μ’ ότι δεν παίρν’ τς λίρες μου», είπε κι έδειχνε το σακουλάκι της.

Ο νεαρός σηκώθηκε και βοήθησε και τον δρ. Λ. να σηκωθεί. Του έδωσε χαρτομάντηλα για να σκουπιστεί, του τίναζε τα ρούχα και του ζητούσε επανειλημμένα συγγνώμη. Ο δρ. Λ. ήταν μεγαλόψυχος κι έλεγε ότι κι ο ίδιος στη θέση του νεαρού έτσι θα φερόταν. Μάλιστα, του έδωσε και συγχαρητήρια που έδρασε απέναντι σ’ έναν- κατά τα φαινόμενα- κλέφτη. Η κυρά- Κατίνα, όμως, δεν είχε ηρεμήσει κι επέμενε να πάρει ο δρ. Λ. το σακουλάκι με τις λίρες της.

-«Γιαγιά», της φώναξε ο νεαρός και της έπιασε τα χέρια, «ο κύ-ρι-ος ΔΕΝ εί-ναι ά-γι-ος, ε-ντά-ξει;!». Τι να πει κι η κυρά- Κατίνα; Αποσύρθηκε κι άρχισε να μονολογεί. Για άλλη μια φορά ο νεαρός ζήτησε συγγνώμη απ’ τον δρ. Λ. κι έφυγε.

Ο δρ. Λ. είχε μείνει πλέον μόνος. Κανονικά θα έπρεπε τώρα να απελευθερώσει όλα τα χαχανιτά που συγκρατούσε με το ζόρι πριν. Αντί γι’ αυτό, αισθανόταν περίεργα. Του είχε φύγει η διάθεση για πείραγμα και προβληματίστηκε. Την επόμενη μέρα θα ξαναπερνούσε από τη γιαγιάκα, για να δοκιμάσει τα όρια και τις αντοχές της. Όμως, αποδείχτηκε ότι το σχέδιό του δεν είχε προβλέψει όλα τα σενάρια. Η κυρά- Κατίνα δεν έχασε χρόνο και κατευθύνθηκε αμέσως στον παπα-Σταύρο. Του έδωσε το σακουλάκι με τις λίρες, χωρίς να του πει τίποτα για την συνάντησή της με τον άγιό της κι έφυγε. Ήταν κι αυτή προβληματισμένη, αλλά αισθανόταν ότι έκανε το καθήκον της. Από ‘κει και πέρα, ο παπα- Σταύρος θα έβρισκε τον άγιο, θα του έδινε τις λίρες κι έτσι ο άνδρας της θα κέρδιζε χάρη.

7

Το επόμενο πρωί ο δρ. Λ. περπατούσε στη γειτονιά της κυρά- Κατίνας. Η γιαγιά δεν εμφανίστηκε καθόλου. Ούτε εκείνη ούτε τις επόμενες τρεις μέρες. Δεν είχε κανέναν λόγο για να βγει απ’ το σπίτι της και δεν ήθελε να δει κανέναν. Τελικά, αναγκάστηκε να βγει απ’ το σπίτι της για να κάνει τα ψώνια της στη λαϊκή. Καθώς γυρνούσε φορτωμένη με τα ψώνια της, συνάντησε τον δρ. Λ. Για την ακρίβεια ούτε που τον πρόσεξε. Την είδε ο δρ. Λ. κι αμέσως της φώναξε «καλημέρα». Η κυρά- Κατίνα, γύρισε το κεφάλι της, είδε τον δρ. Λ. κι αμέσως χαμογέλασε.

-«Καλημέρα, άιέ μ’!». Ο δρ. Λ. ήταν έτοιμος να τη διακόψει και να ξαναμαλώσει μαζί της, αλλά η κυρά- Κατίνα πρόλαβε να κάνει μια ερώτηση, που προβλημάτισε τον δρ. Λ. «Σ’ βρήκε ο παπα- Σταύρ’ς;». Το ύφος του δρ. Λ. άλλαξε.

-«Γιατί να με βρει ο παπα- Σταύρος;».

-«Ε, αφού εγώ δεν μπορούσ’ να σ’ δώσ’ τς λίρ’ς μ’, πήγ’ και τς έδωκα στον παπα- Σταύρο για να ‘ρθει να σε βρει». Ο δρ. Λ. κοκάλωσε!

-«Τι πράγμα;».

-«Αμάν κι εσείς οι άιοι. Αμάν κάνουμ’ να σας έβρουμε», είπε η κυρά- Κατίνα.

-«Κυρά- Κατίνα», φώναξε ο δρ. Λ. σοβαρός. «Πήγες κι έδωσες τις λίρες σου στον παπα- Σταύρο;».

-«Για να στις δώσ’», απολογήθηκε η γιαγιά.

Ο δρ. Λ. κοίταξε προς τον ουρανό και του ‘φυγαν κάτι χριστοπαναγίες. Το σχέδιό του είχε καταρρεύσει. Είχε προσέξει τόσο πολύ να μην εκμεταλλευτεί ο ίδιος την κακόμοιρη γιαγιάκα, που δεν πρόσεξε ότι θα μπορούσαν να την εκμεταλλευτούν άλλοι. Τώρα η ιστορία έμπλεκε περισσότερο κι από μια υπόθεση φάρσας γίνεται μια υπόθεση εξαπάτησης. Κι ο βασικός υπαίτιος αυτής της εκμετάλλευσης ήταν ο δρ. Λ. Αισθανόταν απαίσια και συνέχιζε να βρίζει θεούς και δαίμονες, χωρίς να υπολογίζει την κυρά- Κατίνα που τον κοιτούσε με ανοικτό το στόμα. Έπρεπε κάπως να δράσει. Έπρεπε να μπει στα όνειρα του παπα- Σταύρου, για να βρει τα μυστικά του. Έπρεπε να ταπεινώσει αυτό το λαμόγιο, αυτό το τσογλάνι, αυτόν τον μπάσταρδο, που δε δίσταζε να εκμεταλλεύεται εκατοντάδες γιαγιούλες, την ίδια ώρα που έδινε ηθικά και χριστιανικά μαθήματα ζωής στο ποίμνιό του. Ο δρ. Λ. αν είχε μπροστά του τον παπα- Σταύρο, θα τον σκότωνε. Όμως, ήξερε ότι έπρεπε να καταστρώσει ένα καλό σχέδιο, ψύχραιμα και ξεκούραστα, για να πάρει πίσω τις λίρες, να τις δώσει στην κυρά- Κατίνα, αλλά και να τον ξεμπροστιάσει μπροστά σε όλους. Τώρα, έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του και να ηρεμήσει.

-«Πού πας, άϊε μ’;».

-«Άκου, γιαγιά. Ήμουν εγώ στο όνειρό σου. Ήμουν εγώ που σου είπα ότι ο άνδρας σου κινδυνεύει να τον διώξουν απ’ τον Παράδεισο. Σου είπα ψέματα. Σε κορόιδεψα. Ούτε άγιος είμαι ούτε απ’ τον Παράδεισο έρχομαι ούτε ξέρω τον άνδρα σου. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ισχύει. Μπήκα στο όνειρό σου για να σε κάνω να πιστέψεις σε κάτι και να μην μπορείς να το πραγματοποιήσεις. Έχεις και ζεις με ψευδαισθήσεις κι ήθελα να σου πατήσω και να εξευτελίσω τις ψευδαισθήσεις σου. Θα πάρεις πίσω τις λίρες σου. Σου ζητώ συγγνώμη απ’ τη μια, αλλά απ’ την άλλη σου δίνω μια υπόσχεση: θα πάρεις πίσω τις λίρες σου».

Η κυρά- Κατίνα δεν ήξερε πώς να τον διακόψει. Το μόνο που κατάφερε να πει ήταν: «μην ανησυχείς βρε άϊε μ’. Κράτα τς λίρ’ς μ’. Μόνο ο άνδρ’ς μ’ να ‘ν’ καλά. Τίποτ’ άλλ’». Ο δρ. Λ. εξοργίστηκε ακόμα περισσότερο κι έφυγε.

8

Ο δρ. Λ. ήξερε ότι αν ήθελε να τιμωρήσει τον παπα- Σταύρο θα έπρεπε να καταστρώσει ένα καλά μελετημένο σχέδιο. Για να το κάνει αυτό, έπρεπε να βρίσκεται σε πλήρη νυφαλιότητα κι όχι εν βρασμώ ψυχής. Έτσι, αποφάσισε να ξεκουραστεί και να κάνει ένα μικρό ταξιδάκι.

Για τρεις μέρες δεν τον απασχολούσε τίποτα. Είχε πάει στον Άγιο Αγχίλειο. Οι 5-10 κάτοικοι δεν γνώριζαν τα σχέδιά του. Ο δρ. Λ. έκανε παρέα μαζί τους και τους βοηθούσε στις καθημερινές δουλειές τους. Πήγαινε μαζί τους για ψάρεμα, μαγείρευε, έκοβε βόλτες σ’ όλο το νησάκι, χάζευε επί ώρες τη θέα απ’ την κορυφή του βουνού κι έμενε ξάγρυπνος μέχρι αργά το βράδυ, λέγοντας ιστορίες κι ανέκδοτα με τους αγαθούς χωρικούς. Την 3η μέρα τους ευχαρίστησε για τη φιλοξενία τους, τους χαιρέτησε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. «Έρχομαι, παπα- Σταύρο», σκέφτηκε γεμάτος αυτοπεποίθηση.

Γύρισε, λοιπόν, στο κάστρο του. Σκέφτηκε ότι ο παπα- Σταύρος έπρεπε να πληρώσει για όλες τις ατασθαλίες του. Όμως, δεν είχε πρόσβαση σε λεπτομέρειες. Ήθελε να αποκαλύψει τις κλεψιές του, ώστε να τον τιμωρήσουν οι θρησκόληπτες γριούλες, που τόσα χρόνια τις είχε καταληστέψει. Έπρεπε να βρει ατράνταχτα αποδεικτικά στοιχεία. Γι’ αυτό αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη μηχανή του. Θα έμπαινε στο όνειρό του και θα προσπαθούσε να ανακαλύψει στοιχεία, απ’ το υποσυνείδητό του. Άξιζε τον κόπο, γιατί έτσι μπορεί να έβρισκε λεπτομέρειες για τη ζωή του παπα- Σταύρου, ισάξιες με θησαυρό!

Το ίδιο βράδυ είχε ετοιμάσει τη μηχανή του. Είχε συμπληρώσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία και στις 3 η ώρα τα μεσάνυχτα προσπάθησε να συνδεθεί με το όνειρο του παπα- Σταύρου. Τζίφος. Ξαναπροσπάθησε σε μία ώρα. Τίποτα. Ξημέρωσε και δεν μπόρεσε να συνδεθεί. Τώρα αισθανόταν κουρασμένος και δεν ήθελε να δοκιμάσει. «Θα συνδεθώ αύριο πάλι», σκέφτηκε και πήγε να κοιμηθεί.

Το επόμενο βράδυ η ίδια ιστορία. Προβληματίστηκε πολύ ο δρ. Λ. «Ίσως να έχει αϋπνίες και να έχει ανήσυχο ύπνο», σκέφτηκε λογικά. Αποφάσισε να τον παρακολουθήσει. Έτσι, το απόγευμα της επόμενης μέρας ο δρ. Λ. είχε στήσει καραούλι, έξω απ’ το σπίτι του παπα- Σταύρου. Βράδιασε και τα φώτα άρχισαν να σβήνουν. Στο σπίτι του παπα- Σταύρου έμενε μόνο το μπλε φως της τηλεόρασης. Σε λίγο έσβησε κι αυτό. Άναψε το φως της κρεβατοκάμαρας. Δύο φιγούρες φαινόντουσαν να κινούνται στο χώρο. Σε λίγο έσβησε κι αυτό το φως. Υπήρχε το απόλυτο σκοτάδι μέσα στο σπίτι. Ο δρ. Λ. περίμενε να περάσει λίγη ώρα για να αποκοιμηθεί ο παπα- Σταύρος κι η παπαδιά και μετά να πλησιάσει κοντά στο παράθυρο για να παρατηρήσει τον ύπνο του. Πέρασαν 30 λεπτά κι ο δρ. Λ. αποφάσισε να πλησιάσει, όταν ξαφνικά, μέσα στο μαύρο σκοτάδι, πρόσεξε μια φιγούρα να κινείται. Έμεινε στη θέση του. «Ίσως να σηκώθηκε για νερό», σκέφτηκε ο δρ. Λ. Σε λίγη ώρα η εξώπορτα του σπιτιού άνοιγε κι ο παπα- Σταύρος απομακρυνόταν απ’ το σπίτι, σαν κλέφτης. Δεν είχε ανάψει κανένα φως και προχωρούσε γρήγορα κι αθόρυβα. Ο δρ. Λ. έπρεπε να τον ακολουθήσει- ίσως ανακάλυπτε κάτι πιο σημαντικό απ’ αυτό που θα ‘βρισκε στο όνειρο.

Δεν τον έχασε στιγμή απ’ τα μάτια του. Ο παπα- Σταύρος κατευθυνόταν σε μια κακόφημη περιοχή. Έφτασε έξω από ένα σπίτι, όπου όλο το χωριό ήξερε ότι ήταν ένα πορνείο. «Από τον Οίκο του Θεού, σε… οίκο ανοχής», σκέφτηκε ο δρ. Λ. Του άνοιξε ένας νταβατζής, του έσφιξε δυνατά το χέρι και τον καλωσόρισε. Η στάση του σώματος του παπα- Σταύρου έγινε πιο χαλαρή. Βρισκόταν σ’ έναν χώρο οικείο γι’ αυτόν. Στο κάτω κάτω, κάθε βράδυ εκεί βρισκόταν.

Τώρα πλέον ο δρ. Λ. κατάλαβε γιατί δεν μπορούσε να συνδεθεί. Ο παπα- Σταύρος γύρισε στις 5 το πρωί στο σπίτι, τύφλα στο μεθύσι. Η παπαδιά τού άνοιξε, του έφτιαξε πρωινό και καφέ. Ο παπα- Σταύρος σε λίγη ώρα βγήκε από το σπίτι για να πάει στην εκκλησία. Αμέσως μετά, ο παπα- Σταύρος πήγε σ’ ένα καφενείο- ουζάδικο, όπου έφαγε κι ήπιε μέχρι σκασμού. Ο δρ. Λ. ήταν εξαντλημένος, αλλά ήθελε να δει τι ώρα θα επέστρεφε ο παπα- Σταύρος στο σπίτι του. Κατά τις 5 το απόγευμα ο παπα- Σταύρος είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Εκείνη την ώρα έπεσε για ύπνο. Ο δρ. Λ. παρότι δεν ήξερε ότι αυτό ήταν το καθημερινό πρόγραμμα του παπα- Σταύρου, δεν σοκαρίστηκε εντελώς. Τώρα πλέον ήξερε. «Αύριο κατά τις 7 το απόγευμα, θα βρίσκομαι στο όνειρό σου, αλήτη», ψιθύρισε ο δρ. Λ. και πήρε τον δρόμο της επιστροφής, για να κοιμηθεί κι αυτός.

9

Όλα ήταν έτοιμα για να κάνει την επίσκεψή του ο δρ. Λ. Το βαρύ ρολόι στο εργαστήριό του άρχισε να χτυπά 7 το απόγευμα. Ο δρ. Λ. ήταν ανυπόμονος, αλλά αποφάσισε να περιμένει τουλάχιστον άλλη μία ώρα, για να σιγουρέψει ότι ο παπα- Σταύρος θα κοιμάται βαριά. Ο δρ. Λ. ξεφύλλιζε περιοδικά, περπατούσε πάνω κάτω στο εργαστήριό του, ξεσκόνιζε το ήδη καθαρό μηχάνημά του και κάθε τόσο κοιτούσε το ρολόι. Όταν, τελικά, έφτασε η ώρα των 8, ο δρ. Λ. συνδέθηκε με την εφεύρεσή του, συμπλήρωσε τα στοιχεία του παπα- Σταύρου, ξάπλωσε, κι έκλεισε τα μάτια του.

Όταν τα άνοιξε, βρισκόταν σ’ ένα πολύ ήσυχο και ψυχρό δωμάτιο. Το ταβάνι βρισκόταν στα δέκα μέτρα. Οι τοίχοι γύρω του είχαν μια παλιά ταπετσαρία, με χρώμα βαθύ πράσινο. Είχε αρχίσει να ξεκολλάει σε πολλά σημεία κι έδινε την αίσθηση της σήψης. Τα έπιπλα ήταν μεγάλα και βαριά. Εξέπεμπαν ένα δέος κι έναν σεβασμό. Το πιο επιβλητικό, όμως, απ’ όλα ήταν μια πολυθρόνα, στο βάθος του μακρόστενου δωματίου. Καθώς την πλησίαζε ο δρ. Λ. η πολυθρόνα μεγάλωνε- κυρίως η πλάτη της, που τώρα ξεπερνούσε τα τέσσερα μέτρα. Δεν καθόταν κανείς στην πολυθρόνα, κι όμως, ο δρ. Λ. αισθανόταν ότι καθόταν πάνω ένας βασιλιάς, έτοιμος να τον δικάσει. Άρχισε να τον καταβάλει ένα αίσθημα φόβου. Δεξιά κι αριστερά του εμφανίστηκαν πανοπλίες ιπποτών. Παρότι ήταν εντελώς ακίνητες, ο δρ. Λ. αισθανόταν ότι τον κατασκοπεύουν. Ξεροκατάπιε. Όσο πλησίαζε την πολυθρόνα, τόσο περισσότερο φοβόταν και- για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο- δεν μπορούσε να σταματήσει. Άρχισε να ιδρώνει.

Ξαφνικά το σκηνικό άλλαξε. Ο δρ. Λ. μεταφέρθηκε σ’ ένα μπάνιο. Ο ίδιος είχε μεταμορφωθεί σε γυναίκα- ήταν η παπαδιά, αλλά διατηρούσε τα δικά του χαρακτηριστικά. Στο ίδιο μπάνιο ήταν κι ο παπα- Σταύρος, με τα ράσα του. Δεν μπορούσε να δει τον δρ. Λ. Μόλις είχε τραβήξει το καζανάκι- μέχρι τότε δεν είχε ακουστεί άλλος ήχος- και τώρα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, πλένοντας τα χέρια του. Ο δρ. Λ. στεκόταν ακριβώς από πίσω του και προσπαθούσε να μείνει ακίνητος, γιατί είχε την εντύπωση ότι άμα άλλαζε λίγο θέση, ο παπα- Σταύρος θα μπορούσε να τον δει, μέσα απ’ τον καθρέφτη. Ο δρ. Λ. αισθανόταν ότι είχε πάθει αγκύλωση. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, ακόμα κι όταν ο παπα- Σταύρος βγήκε απ’ το δωμάτιο. Ακουγόντουσαν γέλια και συνομιλίες του παπα- Σταύρου με την παπαδιά. Ο δρ. Λ. ήταν πάλι ο δρ. Λ., αλλά είχε παγιδευτεί. Το όνειρο του παπα- Σταύρου είχε μετατραπεί σ’ εφιάλτη για τον «εισβολέα».

«Πρέπει να συνέλθω», σκέφτηκε ο δρ. Λ. «Αν δεν μπορώ να συνεχίσω την έρευνα- τι να συνεχίσω δηλαδή, ούτε που άρχισα- πρέπει να φύγω απ’ το όνειρο. Δε φαίνεται πως το περιβάλλον με σηκώνει.

Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε από μόνη της. Ο δρ. Λ.- χωρίς να το θέλει- προχωρούσε προς το σαλόνι. Όλα τα φώτα ήταν σβηστά. Όλα. Μόνο η τηλεόραση φώτιζε μ’ ένα μπλε- που σε μαγνητίζει. Μπροστά στην τηλεόραση είχε στηθεί ένα μεγάλο κυκλικό τραπέζι. Γύρω γύρω καθόταν ο παπα- Σταύρος με την παρέα του. Πιο αποκρουστικά άτομα δεν είχε ξαναδεί ο δρ. Λ. Όλοι έτρωγαν μέχρι σκασμού και χασκογελούσαν, με την τροφή μέσα στο στόμα τους. Έπιαναν τα φαγητά με τα χέρια και πασαλειφόντουσαν. Δεν μασούσαν καθόλου το κρέας. Απλώς το έσπρωχναν στο στόμα και το κατάπιναν. Η παπαδιά σέρβιρε συνέχεια. Συνέχεια! Ο δρ. Λ. είχε κοκαλώσει μπροστά στο φαγοπότι τους. Κανείς δεν ξαφνιάστηκε απ’ την παρουσία του. Συνέχιζαν να τρώνε ακατάπαυστα. Τώρα, μάλιστα, κοιτούσαν με περιφρόνηση τον δρ. Λ. και συνέχιζαν να τρώνε. Η παπαδιά έφερε ένα ακόμα πιάτο. Το πήγε κατευθείαν στον παπα- Σταύρο. Είχε περίεργο σχήμα. Ο δρ. Λ. πρόσεξε λίγο καλύτερα και συνειδητοποίησε ότι στο πιάτο ήταν ένα χέρι. Κι όχι ένα οποιοδήποτε χέρι. Ήταν σίγουρος ότι το χέρι ανήκε στην κυρά- Κατίνα. Ναι, το αναγνώρισε αυτό το χέρι. Όλη η παρέα άρχισε να γελάει υστερικά και να τρώει με ακόμα μεγαλύτερη μανία το γεύμα της. Ο δρ. Λ. παρατήρησε καλύτερα τι έτρωγαν κι αισθάνθηκε φρίκη! Όλοι τους έτρωγαν την κυρά- Κατίνα. Ολόκληρη. Κι η παπαδιά δεν σταματούσε να φέρνει μέλη απ’ το σώμα της. Κι όταν τελείωσε, έφερε κι άλλες γυναίκες κι άνδρες. Γιαγιάδες, παππούδες, παιδιά, ακόμα και πτώματα έφερνε η παπαδιά και το φαγοπότι δεν σταματούσε…

Για καλή του τύχη, ο δρ. Λ. ξύπνησε. Βρισκόταν μέσα στο εργαστήριό του. Ασφαλής, αλλά ανήσυχος. Είχε έναν φοβερό πονοκέφαλο, που τον ταλαιπώρησε για τις επόμενες μέρες.

Το επόμενο πρωί, παρότι αισθανόταν χάλια, ο δρ. Λ. αποφάσισε να πάει να αντικρύσει κατάματα τον εχθρό του, τον παπα- Σταύρο. Καταλάβαινε πολύ καλά τι σήμαινε το όνειρο και δεν είχε καμία διάθεση να αφήσει αυτό το λαμόγιο και την παρέα του να συνεχίσουν το φαγοπότι τους. Ήθελε να τον αντιμετωπίσει, αλλά δεν υπολόγισε την αδυναμία και τον πονοκέφαλό του. Έτσι, λοιπόν, πήγε στην εκκλησία. Κάθισε σ’ όλη τη Λειτουργία. Πρόσεξε ότι η κυρά- Κατίνα έλειπε εκείνη τη μέρα. Στο τέλος της Λειτουργίας, όλοι οι πιστοί πήγαν να φιλήσουν το χέρι του παπα- Σταύρου. Πήγε κι ο ίδιος. Έφτασε η σειρά του, έπιασε το χέρι του και σήκωσε τα μάτια του να τον αντικρύσει. Ο παπα- Σταύρος σάστισε. Παρότι δεν γνώριζε τον δρ. Λ., κατάλαβε ότι είχαν ιδωθεί κάπου- ευτυχώς, όμως, για τον δρ. Λ., δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού τον ήξερε. Ο δρ. Λ. τα κατάλαβε όλα, απ’ τα μάτια του παπα- Σταύρου. Φίλησε γρήγορα το χέρι του κι εξαφανίστηκε απ’ την εκκλησία. Ο παπα- Σταύρος ήταν έτοιμος να του πει να σταματήσει, αλλά παρασύρθηκε απ’ τις επόμενες γιαγιάδες, που του ζητούσαν επίμονα να του φιλήσουν το χέρι. Μετά απ’ αυτό ο παπα- Σταύρος ξέχασε εντελώς το περιστατικό.

Ο δρ. Λ. έπρεπε να αλλάξει τακτική. Δεν μπορούσε να τρυπώσει στο όνειρο του παπα- Σταύρου και δεν ήθελε να ρισκάρει ακόμα μία κατ’ ιδίαν συνάντηση μαζί του. Έπρεπε να βρει κάτι άλλο. Έπρεπε να βρει κάποιον συνεργάτη, αλλά δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανέναν. Ποιος άλλωστε θα ήθελε να μπλέξει σε μια τέτοια ιστορία; «Κι όμως! Ναι!», φώναξε ο δρ. Λ. «Υπάρχει ένα τέτοιο άτομο. Ο νεαρός που μ’ έριξε κάτω. Φάνηκε έντιμος. Αν υπάρχει μια ελπίδα να τιμωρήσω τον παπα- Σταύρο, ίσως αυτός ο νεαρός να ‘ναι ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει. Πρέπει να τον βρω και να του μιλήσω. Πρέπει να τον βρω!».

10

Ξεκίνησε, λοιπόν, ο δρ. Λ. μια εκστρατεία για να βρει τον υποψήφιο συνεργάτη του. Περνούσε για ώρες στη γειτονιά της κυρά- Κατίνας, εκεί που τον είχε συναντήσει. Πήγαινε στις καφετέριες της περιοχής, μπας και τον βρει. Τελικά τον συνάντησε. Χρειάστηκε μια βδομάδα να τον βρει, αλλά φάνηκε πως άξιζε τον κόπο. Ο νεαρός- Μάριο τον έλεγαν- δέχτηκε να κουβεντιάσουν, όταν του εξήγησε ο δρ. Λ. σε γενικές γραμμές τι τον ήθελε. Ο Μάριος τον κάλεσε στο σπίτι του, για να μιλήσουν με την ησυχία τους.

-«Εκείνη η γιαγιάκα, που πίστευε ότι είμαι άγιος κι ήθελε να μου δώσει τις λίρες της, τη θυμάσαι;».

-«Και βέβαια τη θυμάμαι».

-«Ε, λοιπόν, άκου τι έγινε. Την ξανασυνάντησα τυχαία κι άρχισε πάλι να με χαιρετά». Ο δρ. Λ. δεν αποκάλυψε στον νεαρό όλη την αλήθεια, για την εφεύρεσή του και για τις επισκέψεις του, για να μην περιπλέξει την υπόθεση. «Ήμουν έτοιμος να της ξαναπώ ότι δεν είμαι άγιος, ότι κάνει λάθος κλπ κλπ, αλλά αυτή ήρθε να μου πει κάτι άλλο».

-«Τι;».

-«Με ρώτησε αν με βρήκε ο παπα- Σταύρος».

-«Αμάν…», αναφώνησε ο νεαρός, καταλαβαίνοντας τη συνέχεια της υπόθεσης. «Μη μου πεις ότι πήγε και του τις έδωσε».

-«Ακριβώς», είπε ο δρ. Λ. «Και- δεν ξέρω αν έχεις υπ’ όψιν σου- ο παπα- Σταύρος δεν είναι απ’ τους καλούς παπάδες», είπε ευγενικά.

-«Πώς δεν έχω υπ’ όψιν μου; Είμαι κοινωνικός λειτουργός στο επάγγελμα. Βλέπω πολλούς ανθρώπους, με διάφορα προβλήματα. Είτε παραμελημένα παιδιά με νοητική καθυστέρηση, είτε άπορους παππούδες κι άλλους. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσοι απ’ αυτούς στην απελπισία τους πάνω- και στην έλλειψη πλήρους κατανόησης των πραγμάτων- έχουν πιαστεί πάνω απ’ τα ράσα του παπα- Σταύρου. Και φυσικά, όχι χωρίς αντίτιμο».

-«Κάτι έχω ακούσει κι εγώ. Γιατί δεν τον έχεις καταγγείλει;».

-«Μα, δεν κάνει τίποτα παράνομο. Πουλάει θεό κι ο κόσμος τον πιστεύει». Ύστερα από μια μικρή παύση, ο Μάριος συνέχισε «ή μάλλον κάνει πολλά παράνομα πράγματα. Αλλά δεν έχω στοιχεία. Το μόνο που έχω είναι η τυφλή εμπιστοσύνη που δείχνουν διάφορες περιπτώσεις στο πρόσωπό του. Αυτό, όμως, δεν μπορείς να το καταγγείλεις. Δεν μπορείς να πεις ότι αυτός ο άνθρωπος δίνει ψεύτικες υποσχέσεις για μια θέση στον παράδεισο. Είναι αυτό που πιστεύει, θα σου πούνε».

-«Ναι, αλλά όταν αυτό συνδυάζεται με την οικονομική αφαίμαξη αυτών των ανθρώπων;».

-«Είναι δωρεές, θα σου πούνε πάλι. ‘Για τις ανάγκες της εκκλησίας και για τους άπορους’. Καταλαβαίνεις το αδιέξοδο;».

-«Οπότε τι λες; Ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα;», ρώτησε ο δρ. Λ. Ο Μάριος κάτι σκεφτόταν, αλλά δίστασε να το πει. «Τι ‘ναι;», τον ρώτησε ο δρ. Λ., που κατάλαβε ότι κάτι είχε στο μυαλό του.

-«Κοίταξε, έχω ζήσει το σωφρονιστικό σύστημα, λόγω του επαγγέλματος και μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι το κοινωνικό σύνολο δεν επωφελείται ούτε στο ελάχιστο με τον εγκλεισμό των ανθρώπων που υποπίπτουν σε αδικήματα. Το να βάλεις έναν κλέφτη στη φυλακή, δε σημαίνει ότι γίνονται λιγότερες ληστίες. Χρειάζεται μια άλλη κοινωνική βάση και προστασία για να αποφευχθεί η εγκληματικότητα».

-«Και τι έχεις στο μυαλό σου για τον παπα- Σταύρο;».

-«Μακάρι να είχαμε στοιχεία στα χέρια μας που να αποδείκνυαν τις ατασθαλίες του. Μακάρι να τον κλείναμε μέσα- αυτός αξίζει ακόμα και να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στη φυλακή, ζώντας με ελάχιστα. Όμως, τώρα που δεν έχουμε αυτά τα στοιχεία στα χέρια μας, τι κάνουμε;».

-«Τι κάνουμε;», επανέλαβε την ερώτηση ο δρ. Λ.

-«Κόβουμε τον ομφάλιο λώρο, που τον ταΐζει», αναφώνησε με ενθουσιασμό ο Μάριος.

-«Αν εννοείς, να κάνουμε μια μαζική αντι-θρησκευτική διαπαιδαγώγηση του κόσμου, για να σταματήσει η εκμετάλλευση του παπα- Σταύρου, τότε… Νομίζω θα χρειαστούμε κάτι πιο άμεσο».

Ο Μάριος γέλασε. «Όχι, όχι. Δε λέω αυτό. Απλώς, λέω να τον τιμωρήσουμε ξευτιλίζοντάς τον. Το καλύτερο θα ήταν να τον εκθέσουμε σε τέτοιο βαθμό, που η ίδια η Εκκλησία να του αφαιρέσει το παπατζιλίκι του».

Ο δρ. Λ., που καθόταν τόση ώρα, έγειρε το σώμα του μπροστά. Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει γύρω γύρω στο δωμάτιο. «Δεν είναι κακή ιδέα», γύρισε κι είπε. «Τι ακριβώς θα κάνουμε;», ρώτησε αποφασιστικά.

-«Δεν ξέρω. Αλλά, αν συμφωνούμε να κινηθούμε προς αυτήν την κατεύθυνση, πρέπει να σκεφτούμε τα επόμενα βήματά μας και να ξαναβρεθούμε». Έμειναν για λίγο σκεπτικοί. Σε λίγη ώρα ο δρ. Λ. σηκώθηκε κι ανανέωσαν το ραντεβού τους. Ο Μάριος οδηγούσε τον δρ. Λ. προς την εξώπορτα. Λίγο πριν βγει ο δρ. Λ., κοντοστάθηκε, γύρισε προς τον Μάριο και τον ρώτησε:

-«Τι εννοείς ότι ξέρεις καλά το σωφρονιστικό σύστημα;».

-«Όσοι κρατούμενοι το επιθυμούν, μπορούν να έχουν επαφές μ’ έναν κοινωνικό λειτουργό. Παλιότερα δούλευα στις φυλακές της περιοχής».

-«Άρα, λοιπόν, είσαι σ’ επαφή μ’ ανθρώπους της πιάτσας. Ενδεχομένως, κάτι περισσότερο να ξέρουν για τον παπα- Σταύρο μας». Οι δύο άνδρες κοιτάχτηκαν στα μάτια για λίγη ώρα. Χαμογέλασαν ταυτόχρονα, γιατί είδαν μια ελπίδα. Έσφιξαν τα χέρια κι ο δρ. Λ. αποχώρησε χαρούμενος.

11

Το ίδιο βράδυ ο Μάριος άρχισε να καταστρώνει ένα σχέδιο. Άνοιξε τους φακέλους και τις σημειώσεις του από τους κρατούμενους, που έβλεπε, για να μπορέσει να βγάλει μια άκρη. Απέκλειε όσους δε φαινόντουσαν- λόγω του ιστορικού τους- να έχουν κάποια σύνδεση με τους τομείς δραστηριοποίησης του παπα- Σταύρου. Δηλαδή, νεαροί που είχαν καταδικαστεί για μικροκλοπές, για βίαιη συμπεριφορά, ενήλικες που είχαν δολοφονήσει τις γυναίκες τους εν βρασμώ ψυχής, μετανάστες που είχε λήξει η άδεια παραμονής τους και περίμεναν απ’ το ελληνικό κράτος να τους τις ανανεώσει. Τον ενδιέφεραν άλλες περιπτώσεις: παιδεραστές, οικονομικά εγκλήματα, φρουτάκια, πορνεία, παράνομος τζόγος, κακοποίηση ανηλίκων,  offshore εταιρίες, κλπ. Ο Μάριος ήλπιζε να βρει κάποια εμπλοκή του παπα- Σταύρου σε κάποιο απ’ αυτά τα εγκλήματα. Έτσι λοιπόν, μπορούσε να κάνει τα πρώτα βήματα της έρευνας.

Ξενύχτησε μελετώντας όλα τα δημοσιεύματα για το καθένα απ’ τα παραπάνω εγκλήματα. Έψαχνε το ιστορικό των ανθρώπων που εμπλεκόντουσαν, τις συγγένειες πρώτου, δεύτερου και τρίτου βαθμού, τις αναφορές στην απολογία που έκαναν στη δίκη τους. Έψαξε σε εφημερίδες, στο ίντερνετ, αλλά δε βρήκε κανένα χρήσιμο στοιχείο. Κοιμήθηκε μόνο δύο ώρες. Το πρωί σηκώθηκε και πήγε στη δημοτική βιβλιοθήκη για να κάνει μια καλύτερη μελέτη σ’ όλες τις εφημερίδες που έβγαιναν κι αναφερόντουσαν στα εγκλήματα που τον απασχολούσαν. Συγκέντρωσε νέα ονόματα, που είχαν καταδικαστεί για προηγούμενα εγκλήματα. Όσο περισσότερο έψαχνε, τόσο περισσότερο μπερδευόταν και χαονόταν. Ήταν σαν να είχε ξεκινήσει απ’ τη βάση ενός δένδρου κι όσο προχωρούσε, έβρισκε διακλαδώσεις άλλων υποθέσεων. Όσο και να έψαξε, τελικά δε βρήκε τίποτα. Δεν απελπίστηκε, όμως, γιατί αυτό που περίμενε ήταν οι επαφές κι οι συνεντεύξεις που θα έπαιρνε απ’ τους ίδιους τους κατάδικους.

Αυτό, όμως, δεν ήταν μια απλή υπόθεση. Έπρεπε να ‘χει έναν καλό λόγο για να του επιτρέψουν να ‘ρθει σε επαφή μαζί τους. Δεν ήταν πλέον ο κοινωνικός λειτουργός του κι η οποιαδήποτε εμπλοκή του, θα μπορούσε να προκαλέσει τριβές με τον συνάδελφό του, που ήταν τώρα υπεύθυνος. Επίσης, δεν ήθελε να τους δει στο επισκεπτήριο, γιατί δε θα μπορούσαν να του δώσουν νέες πληροφορίες, σε μια χαλαρή κι ανεπίσημη συνάντηση. Συνέχισε τις έρευνές του στη βιβλιοθήκη, μιας και δεν μπορούσε να σκαρφιστεί κάτι άλλο.

Το απόγευμα ξανασυναντήθηκε με τον δρ. Λ. Ο Μάριος του εξήγησε τις έρευνες που έκανε και τις αδυναμίες που συνάντησε.

-«Απ’ τις εφημερίδες και το ίντερνετ δεν μπόρεσα να βρω κάτι αξιόλογο, που να συνδέεται έστω και στο ελάχιστο με τον παπα- Σταύρο. Είναι σα να ψάχνουμε ψύλλους στ’ άχυρα».

-«Νομίζω πρέπει να στραφούμε άμεσα στους ίδιους ανθρώπους, που καταδικάστηκαν και βρίσκονται μέσα στις φυλακές. Δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να τους προσεγγίσουμε;».

-«Δεν ξέρω. Δεν μπόρεσα να σκεφτώ κάτι».

-«Να σε ρωτήσω», είπε ο δρ. Λ. που φαινόταν να έχει έτοιμη μια λύση. «Θα μπορούσες να πας εκεί ως δημοσιογράφος για μια έρευνα σε μια εφημερίδα;».

-«Δε θα έπρεπε να έχω μαζί μου δημοσιογραφική ταυτότητα; Δε νομίζω να μου τη χάριζε κανένας, με κίνδυνο την καριέρα και τη δουλειά του».

Αφού έμεινε για λίγο σκεπτικός ο δρ. Λ., είπε «κοινωνιολογική έρευνα! Αυτό δε θα μπορούσες να κάνεις;».

-«Χμ… ναι, ίσως αυτό να είναι καλή ιδέα», απάντησε ο Μάριος.

-«Ναι», συμπλήρωσε ο δρ. Λ. «Ναι! Θα μπορούσες, κιόλας, να κάνεις μια κοινωνιολογική έρευνα για μένα. Μην ξεχνάς ότι είμαι δρ. Πώς δεν το σκεφτήκαμε νωρίτερα;».

-«Σωστά. Δε σε ρώτησα, όμως. Τι δρ. είσαι».

-«Έχω τελειώσει την οδοντιατρική στο ΑΠΘ».

-«Σώπα!».

-«Ναι…».

-«Για κάποιον λόγο είχα την αίσθηση ότι είσαι κάτι σχετικά με τις φυσικές επιστήμες, την κβαντομηχανική, τη χημεία κλπ».

-«Μπα, καμία σχέση». Η συζήτηση είχε ξεφύγει. Ο Μάριος την επανέφερε στο θέμα της.

-«Τη σχέση, όμως, μπορεί να έχει η κοινωνιολογία κι οι φυλακές με την οδοντιατρική;». Ο δρ. Λ. σούφρωσε τα φρύδια του. Είχε ενθουσιασθεί με την ιδέα να είναι ο ίδιος η κάλυψη για να ‘χει ο Μάριος πρόσβαση στις φυλακές, που τον ενόχλησε αυτή η παρατήρηση.

-«Αν έλεγες ότι κάνεις μια έρευνα σε σχέση με τις επιπτώσεις στην οδοντοστοιχία των κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές;». Ήξερε ο δρ. Λ.- πριν ακόμα τελειώσει την πρότασή του- ότι ήταν η πιο μεγάλη κουταμάρα που είχε σκεφτεί ποτέ! Όμως, φάνηκε ότι ο Μάριος το σκεφτόταν- κι έτσι αναπτερώθηκαν οι ελπίδες του.

-«Κοίτα να δεις», άρχισε να λέει ο Μάριος. «Όταν ήμουν εγώ ο κοινωνικός λειτουργός τους είχαμε κάνει όλοι μαζί μια επίσκεψη για σφράγισμα σ’ έναν φοιτητή της οδοντιατρικής. Βλέπεις, ο φοιτητής ήταν φίλος μου κι είχε ανάγκη να κάνει σφραγίσματα, για να μαζέψει πόντους. Οι φυλακισμένοι λίγο νοιαζόντουσαν για την υγιεινή των δοντιών τους και το αν είχαν ανάγκη από σφράγισμα. Συμφώνησαν, όμως, να πάνε, για να βγουν λίγο απ’ τις φυλακές. Άσε που οι περισσότεροι είχαν στο μυαλό τους ότι θα δουν αμέτρητες νεαρές και σέξι φοιτήτριες, που θα τους φλέρταραν και θα τους έκαναν πονηρές προτάσεις. Χα χα!! Τι αφέλεια! Τώρα που το σκέφτομαι, όταν γυρίσαμε πίσω, όλοι ήταν απογοητευμένοι κι αισθάνονταν ότι τους εξαπάτησα».

-«Μάλιστα».

-«Άρα, υποτίθεται ότι έχω κάποιο ιστορικό για τα δόντια τους και θέλω να δω πώς η ζωή στη φυλακή, ατονεί την οδοντιατρική φροντίδα και επηρεάζει την υγεία των δοντιών τους».

-«Εξαιρετικό! Θαυμάσιο!», αναφώνησε ο δρ. Λ.

-«Τέλεια! Άρα, είναι ευκαιρία να τους επισκεφθούμε μαζί».

Οι δύο άνδρες είχαν λύσει ακόμα ένα πρόβλημά τους. Αισθανόντουσαν ότι βρίσκονταν πολύ κοντά στο να βρουν τις ατασθαλίες του παπα- Σταύρου και να τον ξεσκεπάσουν μπροστά στα μάτια του ποίμνιού του. Η επίσκεψη στις φυλακές θα γινόταν τις επόμενες μέρες.

12

Ο Μάριος ήρθε σε επαφή με τη διεύθυνση των φυλακών κι ασχολήθηκε με τα διαδικαστικά, για να κλείσει το ραντεβού της επίσκεψης για να υλοποιήσει την ‘έρευνά’ του. Ο διευθυντής ήταν στην αρχή καχύποπτος για τις επισκέψεις του Μάριου. Όταν, όμως, του εξήγησε το θέμα της εργασίας του, ο διευθυντής σκέφτηκε ότι μια τόσο χαζή έρευνα δε θα μπορούσε να είναι επικίνδυνη. Έτσι, έδωσε την άδεια στον Μάριο.

Όλα τώρα ήταν έτοιμα κι ο Μάριος βρέθηκε με τον δρ. Λ. για να κάνουν μαζί την πρώτη επίσκεψη στις φυλακές.

Εξέτασαν πολλούς. Η εξέταση ήταν διπλή. Από τη μια εξέταζαν τα δόντια του φυλακισμένου, με τον δρ. Λ. κύριο υπεύθυνο γι’ αυτό, κι απ’ την άλλη προσπαθούσαν να φτιάξουν ένα κλίμα εμπιστοσύνης, ώστε ο φυλακισμένος να αρχίζει να μιλάει. Όταν τελείωνε η εξέταση, ο δρ. Λ. κι ο Μάριος έπαιρναν σοβαρό ύφος και κάθονταν δεξιά κι αριστερά του φυλακισμένου. Ο Μάριος έμπαινε κατευθείαν στο ψητό. Εξηγούσε ότι χρειάζεται κάποιες πληροφορίες για τον παπα- Σταύρο κι ότι σε αντάλλαγμα θα εισηγούνταν τη μείωση της ποινής του. Οι αντιδράσεις που συνάντησαν ήταν δύο: ή οι φυλακισμένοι δεν είχαν κάποιο στοιχείο να δώσουν ή χλόμιαζαν και ζητούσαν να σταματήσει η ανάκριση.

Την επόμενη μέρα, όταν ο δρ. Λ. κι ο Μάριος έφτασαν στις πύλες των φυλακών, τους περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Δεν τους άφηναν να περάσουν. Οι φύλακες τούς ενημέρωσαν ότι είχε δοθεί οδηγία απ’ τη διεύθυνση που απαιτούσε να σταματήσει η εργασία του Μάριου, με το πρόσχημα ότι θα γινόταν ανακαίνιση στους χώρους των φυλακών. Ακόμα κι οι φύλακες καταλάβαιναν ότι αυτό ήταν μια αστεία δικαιολογία. Μάλιστα, ένας απ’ τους φύλακες προειδοποίησε φιλικά τον Μάριο και τον δρ. Λ. ότι καλό θα ήταν να σταματήσουν την «πραγματική έρευνα», για να μην κινήσουν περισσότερες υποψίες και μπλέξουν. Ο δρ. Λ. κι ο Μάριος προβληματίστηκαν με την εξέλιξη και γύρισαν στο σπίτι του Μάριου για να συζητήσουν τι θα κάνουν.

Είχαν βρεθεί σ’ ένα αδιέξοδο. Είχε πλέον αποκοπεί η σύνδεσή τους με ανθρώπους, που ενδεχομένως να είχαν κάποιες σημαντικές πληροφορίες. Δεν είχαν άλλο πεδίο για να στραφούν και να ερευνήσουν. Επίσης, φοβήθηκαν μήπως έχει ενημερωθεί ο παπα- Σταύρος ότι κάποιοι τον ψάχνουν, κι αντιδράσει. Συμφώνησαν να κάνουν ένα διάλειμμα μιας εβδομάδας, για να μην μπλέξουν παραπάνω. Στο κάτω κάτω, δεν είχαν και τίποτα άλλο να κάνουν.

13

Μετά από λίγες μέρες, καθώς ο Μάριος ετοίμαζε το μεσημεριανό του φαγητό, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας του. Δεν περίμενε κανέναν κι ήταν σπάνιες οι απροειδοποίητες επισκέψεις των φίλων του. Ακόμα κι ο δρ. Λ. να ερχόταν, σίγουρα θα τον είχε ενημερώσει. Ανησύχησε. Φοβήθηκε ότι θα ‘ναι κάποιος άνθρωπος του παπα- Σταύρου. Ήταν ο φύλακας που τους είχε προειδοποιήσει. Του άνοιξε.

-«Καλησπέρα», είπε ξερά ο Μάριος, προσπαθώντας να ψυχολογήσει τον φύλακα.

-«Συγγνώμη, που ενοχλώ», απολογήθηκε ο φύλακας, με το ένα χέρι του να κρατά τον καρπό του άλλου. «Να περάσω;». Ο Μάριος διατηρούσε την καχυποψία του, αλλά άνοιξε την πόρτα και χωρίς να πει τίποτα τον άφησε να περάσει. «Έρχομαι ως φίλος», είπε ξαφνικά ο φύλακας, που αντιλήφθηκε τις καχυποψίες.

-«Τι ακριβώς θέλεις; Την έχουμε παρατήσει την υπόθεση με τον παπα- Σταύρο», είπε ψέματα ο Μάριος. Αυτό ξάφνιασε τον φύλακα.

-«Αλήθεια;».

-«Ναι».

Ο φύλακας έμεινε σιωπηλός.

-«Ίσως κάνατε καλύτερα, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι για να μπλέκεις μαζί του». Ο Μάριος δεν απάντησε. Ο φύλακας δεν ήθελε να σηκωθεί απ’ τον καναπέ, που μόλις είχε κάτσει. Ο φύλακας δεν ήθελε να εγκαταλείψει την υπόθεση του παπα- Σταύρου. «Από την άλλη, όμως, δεν είναι άδικο κάτι τέτοιοι άνθρωποι να κυκλοφορούν ελεύθεροι και να αλωνίζουν; Βλέπω αυτούς που φέρνουν μέσα και πιάνεται η καρδιά μου. Νέα παιδιά, διαλυμένα από την πρέζα και τα ναρκωτικά, που έχουν κάνει μικροκλοπές, να λιώνουν στης φυλακής τα σίδερα. Κι ύστερα, κάνεις μία βόλτα και βλέπεις απ’ έξω αυτούς που θα ‘πρεπε πρώτοι να είναι μέσα: ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων, υπουργούς και υπουργούς που έχουν κατακλέψει τον κόσμο, κι άλλα κοπρόσκυλα γύρω σου, που απολαμβάνουν μια ειδική προστασία και κυκλοφορούν ελεύθεροι».

Ο Μάριος δεν ήξερε πώς να αντιδράσει και τι να πει. Φοβόταν μήπως η έκρηξη του φύλακα ήταν παγίδα. Παρέμεινε σιωπηλός. Ο φύλακας σηκώθηκε να φύγει, αλλά πριν το κάνει είπε τα εξής λόγια:

-«Δεν ήρθα να σας ψαρέψω κι ούτε είμαι ρουφιάνος κι ούτε έχω τη διάθεση να ριψοκινδυνέψω τη δουλειά μου. Δεν μπορώ, όμως, να μην κάνω τίποτα, γιατί ξέρω ότι ο παπα- Σταύρος είναι λαμόγιο. Δεν ξέρω τι ακριβώς έχει κάνει, αλλά τον θυμάμαι απ’ το κατηχητικό, που πήγαινα μικρός. Κάποιες συμπεριφορές που είχε στα κορίτσια, μου φαινόντουσαν τόσο φυσιολογικές. Τότε. Μετά μπόρεσα να καταλάβω, γιατί τα κορίτσια είχαν ψυχολογικά προβλήματα. Δε θα σας πω περισσότερα. Δεν έχω στοιχεία, μα ακόμα κι αν είχα, πάλι δεν ξέρω αν θα μιλούσα. Εκτός του ότι θα είχαν παραγραφεί τα αδικήματά του, ο παπα- Σταύρος είναι μπλεγμένος σε τόσο στενούς κύκλους, που δύσκολα θα μπορούσατε να τον χώσετε μέσα».

-«Τότε γιατί ήρθες;», τον διέκοψε απότομα ο Μάριος.

-«Αν υπάρχει μια ελπίδα να τον ξεσκεπάσετε, καλό θα ήταν να μιλούσατε με τον Μπακιρτζή. Είναι έξω αυτές τις μέρες με άδεια. Έχει γεννήσει η γυναίκα του. θα τον βρείτε στο νοσοκομείο. Αυτός κι ο παπα- Σταύρος νομίζω ήταν συνέταιροι σε κάποια υπόθεση, αλλά τα έσπασαν. Μιλήστε μαζί του. Μόνο- σας παρακαλώ- μην πείτε ότι συναντηθήκαμε, εντάξει; Δε θέλω να χάσω τη δουλειά μου». Και λέγοντας αυτά έφυγε γρήγορα.

Ο Μάριος είχε μείνει άναυδος. Συνήλθε μόνο όταν άρχισε να του μυρίζει κάτι καμένο. «Το φαΐ», σκέφτηκε.

14

Ο Μάριος τώρα καθόταν στο σαλόνι του κι έπινε έναν μονό ελληνικό καφέ. Είχε φάει, είχε πλύνει τα πιάτα και τώρα χαλάρωνε. Σκεφτόταν το επεισόδιο με τον φύλακα. Ανησυχούσε μήπως ήταν παγίδα, γιατί αν ήταν δε θα έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο. Αν πάλι ο φύλακας έλεγε την αλήθεια, τότε θα έχανε μια μοναδική ευκαιρία, αν δεν πήγαινε στο νοσοκομείο. Σκέφτηκε να το συζητήσει με τον δρ. Λ., αλλά έπρεπε να δράσουν άμεσα. Τελικά, μέχρι το βράδυ που σκέφτηκε όλα τα σενάρια κατέληξε στο εξής: θα πήγαινε μόνος του στο νοσοκομείο. Αν ήταν παγίδα, θα έπιαναν μόνο αυτόν. Δεν ανησυχούσε πολύ, γιατί δεν υπήρχε κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο στο να πάει κάποιος σ’ ένα νοσοκομείο. Αν όμως, δεν ήταν παγίδα, τότε θα προσπαθούσε να πάρει τις πληροφορίες του Μπακιρτζή.

Έτσι κι έκανε. Το απόγευμα της επόμενης μέρας, ετοιμάστηκε και πήγε στο νοσοκομείο να τον συναντήσει. Το μικρό νοσοκομείο της επαρχιακής πόλης δεν είχε πολλές γέννες, γι’ αυτό ο Μάριος αμέσως έπεσε πάνω στον Μπακιρτζή. Ο Μπακιρτζής φαινόταν εξαντλημένος και μισοκοιμόταν στην καρέκλα του. Ο Μάριος φώναξε:

-«Συγχαρητήρια, κύριε Μπακιρτζή! Να σας ζήσει!». Ο Μπακιρτζής τον κοίταξε. Δεν τον αναγνώρισε, αλλά είπε ένα ξερό «φχαριστώ». Ο Μάριος κάθισε δίπλα του. Ο Μπακιρτζής του είπε ψιθυριστά:

-«Δε νομίζεις ότι έχεις έρθει λάθος μέρα; Άσε με, τουλάχιστον, να χαρώ τη γέννηση του παιδιού μου». Ο Μάριος ξαφνιάστηκε.

-«Ηρέμησε», του είπε. «Δεν είμαι ούτε αστυνομικός ούτε κάποιος που θέλει το κακό σου».

-«Τι θέλεις;», τον ρώτησε. Ο Μάριος του πρότεινε να απομακρύνονταν λίγο απ’ τον κόσμο. Τον κέρασε καφέ απ’ το κυλικείο και βγήκαν έξω απ’ το κτήριο. Κάθισαν σ’ ένα παγκάκι κι ο Μάριος μπήκε στην ουσία της επίσκεψής του.

-«Κάνω μια έρευνα για τον παπα- Σταύρο. Πρόσφατα εκμεταλλεύτηκε την αφέλεια μιας γριούλας και της έκλεψε τις χρυσές λίρες, υποτίθεται για να σωθεί ο άνδρας της που βρίσκεται στον Παράδεισο». Ο Μπακιρτζής δεν είπε τίποτα. Ο Μάριος συνέχισε. «Όπως σου είπα δεν είμαι αστυνομικός. Κάνω έρευνα για να αποκαταστήσω σ’ ένα μικρό βαθμό τις αδικίες του παπα- Σταύρου. Δεν ξέρω αν μπορώ να τον κλείσω στη φυλακή. Το μόνο που θέλω είναι να τον κάνω ρεζίλι, η Εκκλησία να αναγκαστεί να τον αποβάλλει απ’ τις τάξεις της κι η τοπική κοινωνία να μην του λέει ούτε καλημέρα. Αυτή θα ‘ναι η τιμωρία του».

Ο Μπακιρτζής ήπιε μια γουλιά απ’ τον ζεστό καφέ του, που άχνιζε. Αισθάνθηκε μια ζεστασιά απ’ το λαρύγγι και κάτω. Κοίταξε τον Μάριο και του φάνηκε ειλικρινής.

-«Εσύ τι θα κερδίσεις απ’ αυτήν την ιστορία;», τον ρώτησε.

-«Προσωπικά δεν έχω να κερδίσω τίποτα. Ανήκω, όμως, σ’ ένα κοινωνικό σύνολο. Κι όταν αυτό το κοινωνικό σύνολο βιώνει μια βαθιά αδικία, τότε την αδικία θα τη λουστώ κι εγώ αργά ή γρήγορα».

-«Και τι σε νοιάζει τώρα να τιμωρήσεις και να μπλέξεις;», επέμεινε στην ερώτησή του ο Μπακιρτζής.

-«Η απάθεια κι αδράνεια για τον κόσμο γύρω μας είναι αυτή που καταστρέφει την κοινωνία μας. Κανείς μόνος του δεν μπορεί να επιβιώσει. Κι αν η κοινωνία και το περιβάλλον γύρω σου σαπίζει και καταστρέφεται, αυτό θα σημαίνει ότι κι εσύ θα σαπίσεις και θα καταστραφείς. Γι’ αυτό αντιδρώ. Γιατί δεν αντέχω το άδικο και γιατί καταλαβαίνω ότι θα μου χτυπήσει και τη δική μου πόρτα».

Ο Μπακιρτζής δεν φάνηκε να ικανοποιείται απ’ την απάντηση του Μάριου. Ο Μάριος σκέφτηκε ότι κάτι άλλο βρισκόταν πίσω απ’ το μυαλό του Μπακιρτζή.

-«Κανονικά, όμως, δε θα ‘πρεπε να με ρωτάς τι έχω να κερδίσω εγώ, αλλά τι έχεις να κερδίσεις εσύ, φίλε μου». Ο Μπακιρτζής ξαφνιάστηκε απ’ την πρόταση του Μάριου. Ήπιε ακόμα μια γουλιά, πήρε μια βαθιά ανάσα και μάζεψε το θάρρος του, για να μπορέσει να πει μια μεγάλη αλήθεια για τον εαυτό του.

-«Κάνεις λάθος αν με περνάς για εγωιστή». Τώρα η έκπληξη επέστρεψε στον Μάριο. Ο Μπακιρτζής βρέθηκε στη φυλακή γιατί ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος για το αφεντικό του. Δούλευε για τον ‘μικρό αυτοκράτορα’ της επαρχιακής πόλης. Ήταν ένα απ’ τα πρωτοπαλίκαρά του. Το αφεντικό του ήλεγχε τα περισσότερα νυχτερινά κέντρα. Είχε στην κατοχή του τις τρεις τοπικές εφημερίδες που κυκλοφορούσαν. Έκλεινε συμφωνίες με εμπόρους, υπό την απειλή της αποκάλυψης σκανδάλων (υπαρκτών ή μη) και καμιά φορά υπό την απειλή όπλων! Είχε λαδώσει τους διευθυντές της εφορίας, για να μην πληρώνει φόρους. Είχε ‘φιλίες’ με την επιθεώρηση εργασίας, για να μην του κάνουν ποτέ έλεγχο. Οι ΠΑΣΟΚοι κι οι Νεοδημοκράτες δήμαρχοι προτιμούσαν να τα πηγαίνουν καλά μαζί του, για να μην τους κάνει σκληρή κριτική απ’ τις εφημερίδες του, ενώ ήταν κι ο ιδιοκτήτης πολλών οίκων ανοχής της περιοχής. Όταν είχε αποκαλυφθεί ένα σκάνδαλο, όπου το αφεντικό του εκβίαζε έναν ιδιοκτήτη μιας κάβας να του χρεώνει σε τιμές κάτω του κόστους τα ποτά για τα μαγαζιά του, ο Μπακιρτζής ήταν αυτός που χρεώθηκε το έγκλημα και ‘κάηκε’. Όταν, μάλιστα, το αφεντικό του σιγούρεψε ότι ο Μπακιρτζής δε θα τον κάρφωνε, τότε εξαφανίστηκε κι άφησε τον Μπακιρτζή στη μοίρα του.

-«Δηλαδή, θα βοηθήσεις;», τον ρώτησε ο Μάριος. Ο Μπακιρτζής σήκωσε τους ώμους του. Ο Μάριος συνέχισε, «είχες πάρε δώσε με τον παπα- Σταύρο;».

-«Όχι ακριβώς. Ήταν απ’ τους καλύτερους πελάτες μας στο μπουρδέλο και τις περισσότερες συνεννοήσεις μαζί του τις έκανα εγώ. Είχε τύχει να τον καλύψω, όταν έμπλεκε σ’ άλλες υποθέσεις. Όμως, τον σιχάθηκε η ψυχή μου, όταν μια μέρα είχε έρθει μεθυσμένος κι είχε χτυπήσει ένα απ’ τα κορίτσια μας. Έφυγε χωρίς να πληρώσει. Τότε, εγώ ήμουν υπεύθυνος για τα κορίτσια. Πήγα στο σπίτι του και ήμουν έτοιμος να τον πλακώσω. Ήταν τύφλα στο μεθύσι και δεν άξιζε. Τελικά, τον απείλησα ότι άμα το ξανακάνει θα του έσπαγα τα πόδια. Τελικά, έκανα λάθος. Την επόμενη μέρα με κάλεσε το αφεντικό μου στο γραφείο του. Ήθελε να μου κάνει παράπονα για τη συμπεριφορά μου. Μου είπε ότι έδειξα υπερβάλλοντα ζήλο και μου άλλαξε πόστο. Ο παπα- Σταύρος, βέβαια, συμμορφώθηκε και δεν ξαναχτύπησε τα κορίτσια μας. Όμως, κάθε φορά που τον βλέπω θέλω να τον λιώσω, ειδικά όταν βλέπω μικρά παιδιά που πηγαίνουν- μέσα στην αθωότητά τους- να του φιλήσουν το χέρι κι εκείνος τα ευλογεί».

Ο Μάριος τον άφησε να μιλήσει κι άλλο, να βγάλει ό,τι είχε από μέσα του. Η ώρα περνούσε κι ο Μπακιρτζής είπε ότι θα ‘πρεπε να πάει να δει τη γυναίκα και το νεογέννητο παιδί του. Την ώρα που σηκώθηκε, ο Μάριος τον κράτησε απ’ το χέρι.

-«Χρειάζομαι κάτι, για να μπορέσω να τον αποκαλύψω». Ο Μπακιρτζής χαμογέλασε.

-«Εφόσον δεν έχεις να κερδίσεις εσύ κάτι απ’ όλα αυτά, παράτα το. Δε θα βγει τίποτα».

-«Πάλι τα ίδια; Πίστευα ότι ούτε εσύ είσαι εγωιστής».

-«Φίλε μου, δεν έχει να κάνει μ’ αυτό», απάντησε ο Μπακιρτζής. «Αυτόν τον άνθρωπο δεν μπορείς να τον τιμωρήσεις».

-«Μπορώ! Μπορώ και θέλω. Τιμωρία δεν είναι μόνο να βρεθεί στη φυλακή. Θέλω να τον φτύνουν οι γιαγιάδες κι οι παππούδες, που τον εμπιστεύτηκαν τόσα χρόνια».

-«Αυτό είναι ακόμα πιο απίθανο».

-«Γιατί;».

-«Γιατί πιστεύεις σε κάποιους ανθρώπους που εθελοτυφλούν. Θα σκεφτούν κάτι για να δικαιολογήσουν τις απάτες του παπα- Σταύρου, γιατί διαφορετικά θα πρέπει να παραδεχτούν ότι εξαπατήθηκαν για χρόνια- πράγμα δύσκολο να το δεχτείς για τον εαυτό σου. Αυτοί οι άνθρωποι αν έβλεπαν λογικά θα ‘χαν ήδη ξεσκεπάσει τον παπα- Σταύρο. Εσύ σκέφτεσαι λογικά κι έχεις δίκιο. Αλλά δεν μπορείς να αποκαλύψεις με την λογική τον σκοταδισμό».

-«Κάνεις λάθος. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν εξαπατηθεί κι όταν δουν την αλήθεια, θα θυμώσουν και θα τιμωρήσουν οι ίδιοι τον παπα- Σταύρο».

-«Και γιατί να πιστέψουν εσένα κι όχι τον δικό τους άνθρωπο».

-«Γιατί θα ‘χω στοιχεία στα χέρια μου. Γι’ αυτό χρειάζομαι τη δική σου βοήθεια».

-«Λυπάμαι που το πιστεύεις αυτό. Δεν μπορούν οι τυφλοί να δουν το φως. Δεν μπορούν να αφήσουν τους εαυτούς τους να πιστέψουν ότι τόσα χρόνια έχουν εξαπατηθεί».

-«Μπορούν. Αρκεί να τους το δείξει κάποιος». Ο Μπακιρτζής χαμογέλασε ειρωνικά. Ο Μάριος αισθανόταν ότι δεν μπορεί να τον πείσει. Έριξε το τελευταίο του χαρτί. «Σκέψου τα παιδιά».

-«Ορίστε;».

-«Αν κάποιοι γέροι έχουν τυφλωθεί και αρνούνται να παραδεχτούν την αλήθεια, σκέψου τα παιδιά. Αυτά που πηγαίνουν και φιλούν το χέρι του παπα- Σταύρου. Αυτά που τώρα διαμορφώνουν άποψη και γνώμη. Αυτά που δεν έχουν ακόμα ριζωμένα μέσα τους την πίστη ότι ο παπα- Σταύρος είναι ο άνθρωπος του Θεού. Αν- όπως λες- οι παππούδες κι οι γιαγιάδες είναι χαμένες περιπτώσεις, τι κάνουμε απέναντι στα παιδιά; Απέναντι στη νέα γενιά; Απέναντι στο μέλλον; Θα αφήσουμε μόνο την αντίδραση και τον σκοταδισμό να επενδύει πάνω τους; Κι εμείς; Θα το αφήσουμε; Θα κρύψουμε την Αλήθεια; Θα Την κρατήσουμε μόνο για τους εαυτούς μας; Κάνεις λάθος αν προσπαθείς να επιβάλλεις την ατομική ιδιοκτησία επάνω στην Αλήθεια, Δε σου ανήκει. Ανήκει σε όλους. Κι οφείλεις να Την μοιραστείς με όλους. Ακόμα κι όταν υπάρχουν άλλοι που δε θέλουν να Τη δεχτούν».

Όσο μιλούσε ο Μάριος, τόσο έβλεπε τις άμυνες του Μπακιρτζή να καταρρέουν. Είχε βρει το κουμπί του. Μιλούσε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Μιλούσε κι ύψωνε τον τόνο της φωνής του. Μιλούσε θριαμβολογώντας! Όταν σταμάτησε είχε ταχυπαλμία και λαχάνιαζε. Ο λόγος του τον είχε συνεπάρει ακόμα και τον ίδιο. Περίμενε μια απάντηση. Περίμενε την υποχώρηση του Μπακιρτζή…

15

Ο Μάριος καθόταν στο σαλόνι του με τον δρ. Λ. Ήταν κι οι δυο τους χαλαροί. Είχαν περάσει δέκα μήνες από τότε που συναντήθηκαν κι άρχισαν τις έρευνες.

-«Ξέρεις τι;», ξεκίνησε να λέει ο Μάριος. «Πριν από λίγο καιρό είχα δει ένα όνειρο πολύ περίεργο και ζωντανό. Ήσουν κι εσύ».

-«Αλήθεια»;

-«Ναι. Ήμασταν, λέει, οι δυο μας στην Αγγλία του 1890. Καθόμασταν σ’ ένα δωμάτιο. Έξω έβρεχε. Είχε μόλις νυχτώσει και περνούσε ένας παππούλης να ανάψει τα φανάρια, ώστε να φωτίζονται οι δρόμοι. Εσύ κάπνιζες μια πίπα κι εγώ διάβαζα μια εφημερίδα. Μετά την άφησα κι άρχισα να παρατηρώ το δωμάτιο. Δε μιλούσαμε, αλλά είχαμε πολύ καλή επικοινωνία. Τότε χτύπησε την πόρτα μας μια γιαγιά και μας είπε ότι της έκλεψαν τις χρυσές της λίρες. Αναλάβαμε την υπόθεση και τελικά ξέρεις ποιος ήταν ο κλέφτης;».

-«Ο παπα- Σταύρος», απάντησε ευθέως ο δρ. Λ.

-«Ναι, πώς το κατάλαβες;».

-«Παιχνιδάκι, αγαπητέ μου Μάριε. Παιχνιδάκι», απάντησε ο δρ. Λ. «Τόσο καιρό ασχολούμαστε μ’ αυτήν την υπόθεση, ποιος άλλος να ‘ταν ο δολοφόνος;».

-«Ναι, σωστά, δεν ήταν και δύσκολο να το μαντέψεις. Προς στιγμήν νόμιζα ότι είχες κι εσύ το ίδιο όνειρο». Ο δρ. Λ. χαμογέλασε. Άλλαξε θέμα συζήτησης.

-«Είσαι ψυχολογικά έτοιμος για αύριο;».

-«Τόσο καιρό το περίμενα», απάντησε σίγουρος ο Μάριος.

Δέκα μήνες είχαν κρατήσει οι έρευνές τους, για να μπορέσουν να συγκεντρώσουν αποδείξεις για τις απατεωνιές του παπα- Σταύρου. Ο Μπακιρτζής τελικά είχε βοηθήσει. Όχι τη μέρα που τον είχε επισκεφθεί ο Μάριος. Αργότερα. Τον βρήκε ο ίδιος και του έδωσε σημαντικές πληροφορίες για τη βίλα του παπα- Σταύρου στην Ιταλία, που πήγαινε και περνούσε ζωή και κότα τα καλοκαίρια, όταν όλοι νόμιζαν ότι ασκητεύει στο Άγιο Όρος. Για τα σπορ αυτοκίνητα που κυκλοφορούσε στην Ρώμη. Την άλλη ζωή που είχε στην Ιταλία, αφού με το που έφτανε εκεί, ξυριζόταν, φορούσε τα Αρμάνι και γινόταν ένας ζάμπλουτος ζεν- πρεμιέ. Ο Μάριος κι ο δρ. Λ. χρειάστηκε να περάσουν όλο το καλοκαίρι στην Ιταλία για να συλλέξουν όσα περισσότερα στοιχεία, φωτογραφίες κλπ μπορούσαν. Χάρη στα λεφτά του δρ. Λ. και στην ανεργία του Μάριου, μπόρεσαν να ολοκληρώσουν τις έρευνές τους. Τώρα, βρισκόντουσαν ένα βήμα πριν την ολοκλήρωση του σχεδίου τους.

Η επόμενη μέρα θα ήταν η μέρα της αποκάλυψης. Ο παπα- Σταύρος θα ήταν το βασικό πρόσωπο στην τελετή ολοκλήρωσης της ανακαίνισης της εκκλησίας του. Παρόντες θα ήταν ο μητροπολίτης, ο δήμαρχος, δημοσιογράφοι και πλήθος πιστών από την πόλη και τα διπλανά χωριά. Ήταν ένα κοσμικό γεγονός. Ήταν μια δικαίωση για τον παπα- Σταύρο κι άνοιγαν οι πόρτες για την περαιτέρω εξέλιξή του. Αλλά υπολόγιζαν, χωρίς τον δρ. Λ. και τον Μάριο.

Ξημερώματα Κυριακής, λίγες ώρες πριν την τελετή, ο δρ. Λ. κι ο Μάριος κόλλησαν εκατοντάδες αφίσες γύρω γύρω απ’ την εκκλησία, όπου έδειχναν τον παπα- Σταύρο στη βίλα του, στα αυτοκίνητά του, πάνω σε ιδιωτικά γιοτ πλούσιων φίλων του, αγκαζέ με τις ‘φιλενάδες’ του. Η κάθε μια φωτογραφία ήταν ένα σκάνδαλο από μόνο του.

Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται από νωρίς στον χώρο της εκκλησίας. Όλοι είδαν τις φωτογραφίες κι άρχισαν να συζητάνε έντονα. Κάποιοι έλεγαν ότι ήταν γνωστά τα αίσχη του παπα- Σταύρου, παρότι κανένας δεν μιλούσε. Κάποιοι γονείς έπαιρναν τα παιδιά τους κι έφευγαν ως ένδειξη διαμαρτυρίας απέναντι στις ακολασίες του παπα- Σταύρου. Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα ακόμα και σ’ αυτούς που δεν κατέβηκαν στην εκκλησία εκείνο το πρωί. Κάποιοι, μάλιστα, κατέβηκαν εκείνη την ώρα, μόνο και μόνο για να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τις αφίσες. Πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί- όχι για την τελετή- αλλά για να τα ‘ψάλλει’ στον παπα- Σταύρο.

Ο παπα- Σταύρος ούτε που φανταζόταν το τι είχε συμβεί. Έπαιρνε το πρωινό του κι η παπαδιά σιδέρωνε τα ρούχα του. Είχαν μια αίσθηση ότι εκείνη η μέρα θα σηματοδοτούσε την επιτυχία του. Ο παπα- Σταύρος είχε καταφέρει να συγκεντρώσει ένα μεγάλο ποσό για την ανακαίνιση της εκκλησίας του, την ίδια ώρα που επωφελήθηκε κι ο ίδιος από μίζες.

Ήταν έτοιμος να πάει στην εκκλησία. Μαζί με την παπαδιά, βάδιζαν ήρεμοι και σίγουροι. Από μακριά ακουγόταν ένα βουητό κόσμου. Ο παπα- Σταύρος εντυπωσιάστηκε από την προσέλευση του κόσμου. Η χαρά του, όμως, δεν κράτησε για πολλή ώρα. Όταν είδε την πρώτη αφίσα, έτριψε τα μάτια του, και συνέχισε να προχωράει. Όσο πλησίαζε στην εκκλησία, τόσες περισσότερες ήταν οι αφίσες με τα σκάνδαλά του.

-«Δεν είναι δυνατόν», φώναξε.

-«Τι ‘ναι αυτές οι φωτογραφίες, άνδρα μου;», ρώτησε η παπαδιά, μόλις αντιλήφθηκε ότι ο ξυρισμένος γόης στις αφίσες, ήταν ο παπα- Σταύρος.

-«Σκίσ’ τες. Τώρα. Πριν τις δει κανένας άλλος», διέταξε ο παπα- Σταύρος, χωρίς να δώσει εξηγήσεις. Όσο, όμως, κι αν προσπαθούσε, οι αφίσες δεν ξεκολλούσαν ολόκληρες. Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να σκίσει ένα μικρό κομμάτι απ’ την αφίσα, κάθε φορά που προσπαθούσε. Η παπαδιά τού χτύπησε την πλάτη και του έδειξε τις αφίσες που ήταν κολλημένες παντού. Ήταν μάταιες οι προσπάθειές του. Μηχανικά συνέχισε να προχωρά προς την εκκλησία, ελπίζοντας ότι ο κόσμος δε θα έχει δει τις αφίσες ή ότι δε θα ‘χουν καταλάβει ότι πρόκειται για τον ίδιο ή ότι θα άνοιγε η γη να τον καταπιεί ή ότι θα γινόταν ένα θαύμα ή… ή… ή…

Με το που έφτασε στην εκκλησία, έπεσαν όλοι πάνω του ζητώντας εξηγήσεις. Δημοσιογράφοι είχαν έρθει έκτακτα, για να καλύψουν το σκάνδαλο. Ο παπα- Σταύρος τα ‘χε χαμένα. Τα φλας των τύφλωναν. Οι φωνές τον άγχωναν. Παντού έβλεπε πρόσωπα θυμωμένα. Ένα διαρκές γιουχάρισμα σφύριζε στα αυτιά του. Η παπαδιά είχε χαθεί από δίπλα του. Αισθανόταν μόνος του. Δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε μια λέξη. Καθώς συνέχιζε να προχωράει είδε μπροστά του τον δρ. Λ. Κοκάλωσε. Θυμήθηκε το όνειρό του. Θυμήθηκε ότι τον είχε δει και στη Λειτουργία του. Κατάλαβε ότι αυτός του την έφερε. Έχασε τα λογικά του και ξάφνου… πάρ’ τον κάτω. Απ’ το σοκ του ο παπα- Σταύρος είχε πέσει σε κώμα!

16

Το τι έγινε στη συνέχεια, δεν περιγράφεται. Ο παπα- Σταύρος σηκώθηκε απ’ το κώμα μετά από τρεις μήνες κι όλα είχαν καταρρεύσει. Είχε χάσει τη δουλειά του- έπαιρνε απ’ την Εκκλησία ένα επίδομα, μόνο μέχρι να συνέλθει απ’ το κώμα- το έχασε κι αυτό με το που άνοιξε τα μάτια του. Όλες οι βρωμιές του είχαν βγει στη φόρα. Όλοι οι δημοσιογράφοι έδιναν έναν αγώνα δρόμου για το ποιος θα αποκαλύψει το μεγαλύτερο σκάνδαλο του παπα- Σταύρου. Το γεγονός ότι είχαν έρθει κάποιοι μεγάλοι δημοσιογράφοι από την πρωτεύουσα για να κάνουν έρευνα, έδινε μεγαλύτερο κίνητρο για τους τοπικούς δημοσιογράφους να βρουν τα πάντα για τον παπα- Σταύρο. Τι τραπεζικοί λογαριασμοί ανακαλύφθηκαν σε ελβετικές τράπεζες. Τι μίζες. Τι δοσοληψίες με κυκλώματα ναρκωτικών και πορνείας. Τι συνεντεύξεις από πόρνες- πελάτισσές του. Η κοπέλα που είχε χτυπηθεί παλιότερα απ’ τον παπα- Σταύρο, τώρα θα αποζημιωνόταν ηθικά κι οικονομικά. Είχαν ανοίξει οι ασκοί του Αιόλου! Όλοι οι συνέταιροι και ‘φίλοι’ του παπα- Σταύρου τον εγκατέλειπαν και τον κάρφωναν, για να μη βρεθούν κι οι ίδιοι μπλεγμένοι. Βέβαια, δεν τη γλύτωσαν πολλοί απ’ τους παλιούς του συνεταίρους.

Ο παπα- Σταύρος ενημερώθηκε για όλα αυτά απ’ την νοσοκόμα, που ήταν υποχρεωμένη να τον φροντίζει. Βρισκόταν στο νοσοκομείο μιας άλλης επαρχιακής πόλης, γιατί στο δικό του νοσοκομείο κινδύνευε από τον κόσμο! Η παπαδιά τον είχε εγκαταλείψει. Η περιουσία του- σπίτια, αυτοκίνητα, καταθέσεις κλπ- κατασχέθηκαν. Η Εκκλησία δεν πρόβαλλε καμία αντίδραση, για να μην εκτεθεί κι η ίδια. Όπως η μαφία είχε ‘κάψει’ τον Μπακιρτζή, προκειμένου να μην αποκαλυφθούν οι δικές της ευθύνες, έτσι κι η ηγεσία της Εκκλησίας άφηνε τον παπα- Σταύρο να ‘καεί’.

Όλοι ήταν απασχολημένοι με τα εγκλήματα και τα σκάνδαλα του παπα- Σταύρου. Κανένας, όμως, δεν μπήκε στον κόπο να ανακαλύψει ποιος είχε ξεσκεπάσει τον παπα- Σταύρο, ποιος τον είχε ακολουθήσει στην Ιταλία, ποιος είχε κολλήσει τις αφίσες.

Μετά από λίγο καιρό, η τοπική κοινωνία άρχισε να επανέρχεται στους καθημερινούς της ρυθμούς. Ο παπα- Σταύρος ξεχάστηκε. Το παγκάρι της Εκκλησίας άλλαξε τίτλο και από «υπέρ ανακαινίσεως του ιερού ναού», έγινε «υπέρ φιλόπτωχου ταμείου» κι όλα άρχισαν να λειτουργούν στην προηγούμενη ομαλότητα.

Επίλογος

Λίγες μέρες μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, η κυρά- Κατίνα ήταν πολύ στεναχωρημένη. Δεν έδινε σημασία σ’ αυτά που έλεγε ο κόσμος ότι ο παπα- Σταύρος ήταν ένας αλήτης κι ένας κλέφτης. Αυτή σκεφτόταν ότι κι ο παπα- Σταύρος ήταν άνθρωπος του Θεού, ότι μπορεί να είχε πέσει σε κάποιους πειρασμούς, αλλά κατάφερε με το έργο του να σώσει τόσες και τόσες ψυχές και να ανακαινίσει τον «οίκο του Θεούλη». Δεν είχε κλονιστεί η πίστη της στον παπα- Σταύρο ούτε στο ελάχιστο. Το μόνο που φοβόταν ήταν μήπως ο παπα- Σταύρος δεν είχε προλάβει να βρει τον άγιό της να του δώσει τις λίρες. Μπορεί να είχαν περάσει δέκα μήνες από τότε που του τις έδωσε, αλλά αυτό δεν είχε ιδιαίτερη σημασία για την κυρά- Κατίνα, μιας και τους άγιους «δύσκολ’ τους βρίσκ’ς». Δεν μπορούσε να σκέφτεται αυτό το σενάριο, γιατί αν ίσχυε, τότε ο άνδρας της θα βρισκόταν ακόμα σε κίνδυνο, κι αν δεν είχε αποκλειστεί ακόμα απ’ τον Παράδεισο, αυτό θα συνέβαινε σίγουρα τις επόμενες μέρες. Δεν ήξερε, όμως, τι να κάνει κι έτσι ήλπιζε να τη βρει ο άγιός της.

Όταν, λοιπόν, ανακοινώθηκε απ’ την αστυνομία ότι έχουν κάνει κατάσχεση τα κλοπιμαία του παπα- Σταύρου, ο δρ. Λ. κι ο Μάριος πήγαν να βρουν την κυρά- Κατίνα. Πήγαν στο σπίτι της. Εξήγησαν στην κυρά- Κατίνα ότι πρέπει να πάει στην αστυνομία και να κάνει μια δήλωση ότι είχε δώσει στον παπα- Σταύρο τις χρυσές λίρες της. Έτσι, της εξήγησαν, αν ο παπα- Σταύρος τις είχε ακόμα, τώρα αυτές θα επέστρεφαν σ’ αυτήν. Μάλιστα, πήγαν μαζί της στο αστυνομικό τμήμα για να τη βοηθήσουν.

Μετά από λίγες μέρες, η αστυνομία πήρε τηλέφωνο την κυρά- Κατίνα να της πει ότι ταυτοποίησαν τα στοιχεία που τους είχε δώσει, κι ότι μπορούσε να περάσει απ’ το αστυνομικό τμήμα για να παραλάβει τις χρυσές της λίρες. Η κυρά- Κατίνα δεν έχασε χρόνο. Απ’ το αστυνομικό τμήμα πήγε κατ’ ευθείαν στο σπίτι του καινούργιου παπά, για να του αναθέσει την αποστολή του παπα- Σταύρου. Ο καινούργιος παπάς, όμως, της εξήγησε ότι δεν μπορούσε να κρατήσει τις λίρες κι ότι ο παπα- Σταύρος την είχε κοροϊδέψει.

Η κυρά- Κατίνα δεν το ‘βαλε κάτω. Πήγε την επόμενη μέρα στην εκκλησία και στο παγκάρι έβαλε όλες μαζί τις λίρες. Άναψε ένα κεράκι, έβαλε και 0,5€ που ήταν η αξία του κεριού, έκανε την προσευχή της, φίλησε όλες τις εικόνες και γύρισε στο σπίτι της. Το απόγευμα χτυπούσε την πόρτα της ο παπάς. Άνοιξε την πόρτα, παρότι δεν αισθανόταν ότι είχε έρθει για καλό. Ο παπάς τής έβαλε τις φωνές. Την απείλησε, μάλιστα, ότι θα την αποκλείσει απ’ τις Λειτουργίες, αν ξαναέβαζε τις χρυσές λίρες στο παγκάρι της Εκκλησίας. Προσπάθησε να την πείσει ότι οι λίρες ήταν δικές της κι ότι ο άνδρας της ήταν ασφαλής στον Παράδεισο. Η κυρά- Κατίνα τις δέχτηκε χωρίς πολλές αντιστάσεις.

Πλέον, όμως, δεν είχε πολλές επιλογές. Ανήσυχη και στεναχωρημένη έκανε μια απέλπιδη προσπάθεια να παραδώσει τις λίρες στον άγιο και στον άνδρα της. Το ίδιο βράδυ πήγε στο νεκροταφείο. Έφτασε πάνω απ’ τον τάφο του άνδρα της, έσκαψε λίγο το χώμα κι έχωσε τις χρυσές λίρες μέσα, με την ελπίδα να τις βρει ο άγιος και να σώσει τον άνδρα της. Η κυρά- Κατίνα, σίγουρη πως έκανε ό,τι μπορούσε, γύρισε στο σπίτι της, ξάπλωσε στο κρεβάτι της κι έπεσε για ύπνο. Τότε άφησε και την τελευταία της πνοή, με την ελπίδα ότι θα συναντούσε τον άνδρα της στον Παράδεισο.

Advertisements

4 thoughts on “Ο δρ. Λ. κι η υπόθεση της κυρά- Κατίνας

  1. Κάλλιο αργά παρά ποτέ αγαπητέ μου! (Αυτό πάει για τη δημιουργία του blog!)

    Κατά τα άλλα, ακόμα μία από τις όμορφες ιστορίες του Φοίβου! Περνάει πολύ ωραία μηνύματα, συνέχισε έτσι!

  2. Ωστέ αχααααααααααααα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
    Ωραίος ρε το δημοσιεύεις έτσι χωρίς ασφάλεια?
    Χωρίς καμία προστασία για τυχόν κλοπή του?

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s